Οι ταχυδρόμοι των Λευκών | (Α’ μέρος)

Πάρος

Είναι βέβαιο, κι έχει ξαναγραφτεί, ότι είναι απίστευτο το πού μπορεί να σε οδηγήσει ο νους όταν πιάνεται από μια εικόνα, έναν ήχο, μια μυρωδιά. Περίεργα σαλτίδια της σκέψης, που γίνονται πιο έντονα στα γηρατειά και ιδίως τις ώρες που ξυπνάς τη νύχτα και μένεις ακόμη και για ώρες άυπνος, μ' ανοιχτά μάτια, κοιτώντας το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας, και σκέφτεσαι...

Είναι βέβαιο, κι έχει ξαναγραφτεί, ότι είναι απίστευτο το πού μπορεί να σε οδηγήσει ο νους όταν πιάνεται από μια εικόνα, έναν ήχο, μια μυρωδιά. Περίεργα σαλτίδια της σκέψης, που γίνονται πιο έντονα στα γηρατειά και ιδίως τις ώρες που ξυπνάς τη νύχτα και μένεις ακόμη και για ώρες άυπνος, μ' ανοιχτά μάτια, κοιτώντας το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας, και σκέφτεσαι...

 

Προχθές το βράδυ, αναπάντεχα, από το πουθενά, μου ’ρθε στο νου η επικοινωνία του χωριού μας με τα ξενιτεμένα παιδιά του «τα εκείθεν μακράν». Επόμενο ήταν να «ανεστορήσω» τους ταχυδρόμους, συνδετικό ιστό του χωριού με τα παιδιά του στην ξενιτιά.

Το δρομολόγιό τους ήταν Λεύκες – Πειραιάς - ταβέρνα «Σιγάλα» στο Μοναστηράκι. Τι ημέρες έχει δει αυτή η ιστορική ταβέρνα! Ήταν η λέσχη των ξενιτεμένων Λευκιανών για να ανταμώσουν, να ανταλλάξουν νέα, πίνοντας τα ποτηράκια τους. Δε χρειάζεται να γραφτεί ότι το τυρί της θειάς Ζαμπέτας ή οι ασκούδες της θειάς Κυριακώς αρκετές φορές δεν έφθαναν στον προορισμό τους. Δύο ακόμη στέκια της Αθήνας, ήταν το καφενείο του Ηλιαδέλλη στην οδό Αδριανού, για τους νέους, δίπλα στο κατάστημα του Νικόλα Αρκά, που λειτούργησε συν τοις άλλοις και ως ταβέρνα με το όνομα «Λοκάντα». Και το καφενείο «Πάρος» των αδελφών Ρούσσου, πίσω από τη Μητρόπολη της Αθήνας, που πήγαιναν οι μιας κάποιας ηλικίας εν Αθήναις Λευκιανοί, πριν βέβαια αποκτηθεί η σημερινή στέγη του συλλόγου. Επίσης, το καφενείο αυτό ήταν και το στέκι των Τσιπιδιανών ταχυδρόμων Σηφάκη και Μελανίτη (Χαρανά). Εκεί, δυστύχησα, ακροατής, να ακούσω αλεξιπτωτιστή, πρόεδρο του συλλόγου να ερωτά το συμβούλιο, που εισηγείτο εκδρομή στις Λεύκες για το πανηγύρι της Αγίας Τριάδας: «Και τι θα πάμε να κάνουμε στις Λεύκες;». Και ο ακηκοός με μαρτύρηκε. Και αληθής η μαρτυρία αυτού...

TAXYDROMOI.jpg

Αρχείο Π. Αυλήτη: Λεύκες 1928

 

Ταχυδρόμος! Θυμάμαι τον Νικόλα Κρητικό (Καλούπη), από τους πιο πρόσφατους. Δουλειά κι αυτή! Να ξεκινάς να γυρίζεις το χωριό, για το μάζεμα των ποδοσιδιών, με τον γάιδαρο. Να ξεφορτώνεις έξω από το σχολείο. Να τα ξαναφορτώνεις στο όχημα μεταφοράς τους για την Παρκιά. Να ξαναξεφορτώνεις στην Παρκιά, να τα μεταφέρεις στο μώλο με τα χέρια (τότε ήταν πιο στενός και δεν ήταν προσπελάσιμος από κάποιο όχημα). Να τα φορτώνεις στη βάρκα, αφού θα τάχεις μιλήσει με τον πρόεδρο των λεμβούχων, σχετικά με το ναύλο «μώλος-βαπόρι». Να τα φορτώνεις από τη βάρκα στο πλοίο για να τα ξεφορτώσεις και ξαναφορτώσεις στον Πειραιά στο όχημα που θα τα μετέφερε στου «Σιγάλα», για το τελικό ξεφόρτωμα! Μεροκάματο (;) εξοντωτικό.

Οι Λευκιανοί ταχυδρόμοι, στα χρόνια μου, ήταν αρκετοί. Ο πρώτος που θυμάμαι ήταν ο Παρασκευάς Τριαντάφυλλος. «Συριανός» το παρατσούκλι του, για χάρη της συζύγου του που ήταν από τη Σύρο, με «τομέα ταχυδρομικό» την περιοχή του Κάμπου, Άσπρου Χωριού, Κανονιών, Γλυφών. Έδρα του, η κατοικιά του στις Πλύστρες, περιοχή βορεινά, πάνω από το Άσπρο Χωριό. Οι Πλύστρες ήταν και σημείο συχνών επισκέψεων υποψήφιων μνηστήρων των πανέμορφων θυγατέρων του Παρασκευά. Επόμενο, ο Παρασκευάς να είναι και ο ταχυδρόμος της οικογένειάς μου, αφού τα καλοκαίρια είμαστε φιλοξενούμενοι, η μητέρα μου κι εγώ, στους κουμπάρους μας, Γιάννη Βιτζηλαίο (Τουλούμα) και Νικόλα Χρ. Κυδωνιέα (Χαρβαλιά).

Μας κουβαλούσε ο Παρασκευάς τα αναγκαία που έστελνε ο πατέρας μου από την Αθήνα, μέχρι να έλθει κι εκείνος στην Πάρο. Τον χειμώνα, πάλι, μας έφερνε ποδοσίδια, που έστελναν οι κουμπάροι μας από την Πάρο στην Αθήνα. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσω ότι σε διαμονή μας στο σπιτικό του Νικόλα Κυδωνιέα, δεινού λαγοκυνηγού, είχα την αγαθή τύχη να γνωρίσω τον γεννήτορα των Κυδωνιέων (Χαρβαλιάδων), τον γέρο-Χριστόδουλο, με την άσπρη βράκα του και το φέσι. Όταν γράφω ότι ήταν γεννήτορας κυριολεκτώ, αφού οι Ασπροχωρίτες ήταν τα παιδιά του: Νικόλας, Σταύρος, Γιακουμής, Χρήστος, Κώστας, Γιώργος.

(Συνεχίζεται)

 

Μανώλης Ι. Χανιώτης

 

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.