Οι ταχυδρόμοι των Λευκών | (Μέρος 2ο)

Πάρος

Άσπρο χωριό*. Τι ξένοιαστα χαρούμενα παιδικά χρόνια. Η πρώτη μου κίνηση όταν φτάναμε ήταν να πετάξω τα παπούτσια, έτσι, για να είμαι ασορτί με τα’ άλλα παιδιά, που ήταν τα εγγόνια του γέρο-Χριστόδουλου από τον γιό του τον Νικόλα.

Άσπρο χωριό*. Τι ξένοιαστα χαρούμενα παιδικά χρόνια. Η πρώτη μου κίνηση όταν φτάναμε ήταν να πετάξω τα παπούτσια, έτσι, για να είμαι ασορτί με τα’ άλλα παιδιά, που ήταν τα εγγόνια του γέρο-Χριστόδουλου από τον γιό του τον Νικόλα.

 

Ο θαυμασμός μου για τον εγγονό Χριστόδουλο στο μαστόρεμα της πέτρας. Έχτιζε «μάντρες» για να μαντρίζουμε τα ζα μας, που ήταν άδεια κελύφη από φαγωμένους καραβόλους και σαλιάγκους. Στεναχώρια μου μεγάλη για τη μάταιη προσπάθειά μου να χτίσω κι εγώ. Ο Χριστόδουλος έφτασε να γίνει ο πρωτομάστορας των λίθινων οικοδομών στην Πάρο.

Αυτά ως «παις». Ως «νεανίας» (αζαπάκι), τα καλοκαίρια τα περνάγαμε στα Κανόνια με την οικογένεια του Γιάννη Βιτζηλαίου (Τουλούμα). Εκεί, με τα αγαπημένα ξαδέλφια μου, τα παιδιά του, περνούσα «ζωή χαρισάμενη» με μπάνια, εκδρομές, βεγγέρες, και κυνήγι που μαστορικά μαγείρευε η νοικοκυρά μητέρα των παιδιών. Την περίοδο του κυνηγιού, κάθε μέρα, θα ξεπουπουλιάζαμε το κυνήγι, που δεν ήταν και λίγο, που έφερνε ο μπάρμπα Γιάννης, σοδειά της εμπροσθογενούς καραμπίνας του και του άριστου κυνηγετικού ματιού του. Όταν πάλι πήγαινε στη θάλασσα, η επιστροφή του με γεμάτο το μεσοκόφινο από κάθε λογής θαλασσινά (χταπόδια, αχινούς, ψάρια), με την ανεπανάληπτη ευωδιά που πλημμύριζε τον τόπο, που τώρα πιά μόνο στις αναμνήσεις υπάρχει.

Κώστας Σκανδάλης (Κοκός). Για τον γράφοντα, ο «πρύτανης» των Λευκιανών ταχυδρόμων. «Παραγγελιοδόχος», έγραφε η κομψή μπρούτζινη καλογυαλισμένη πάντα ταμπελίτσα, έξω από το κουκλίστικο μικρομπακαλικάκι του, που άστραφτε από πάστρα και νοικοκυροσύνη. Γυαλισμένο ό,τι γυαλιζόταν, μέχρι και τα δράμια της ζυγαριάς του. Χαμηλών τόνων, θρησκευόμενος, με δωρεές σε μικροεκκλησιές. Τελεύτησε ως νεωκόρος της Αγίας Τριάδας μας. Χαρούμενη ανάμνηση θα μείνει ο χαιρετισμός του με τον γείτονά του Κώστα (Κωστούλη) Λουκή, την αναστάσιμη περίοδο, από το Πάσχα μέχρι την Ανάληψη. Ο Κωστούλης προηγούταν στο χαιρετισμό: «Καλημέρα Κώστα». Και η απάντηση του Κώστα: «Χριστός Ανέστη λένε». Έλα όμως που ήρθε και η Ανάληψη. Οπότε κάνοντας πλάκα ο Κωστούλης, πρώτος χαιρέτησε τον Κώστα με το «Χριστός Ανέστη». Η απάντηση του Κώστα: «Μμμ... Ψακομένε...».

Όταν έγραφα για το μαρτύριο της φόρτωσης και της ξεφόρτωσης πιο πάνω, είχα κυρίως στο νου μου τον ταχυδρόμο Νικόλα Κρητικό (Καλούπη).Τον θεωρώ ως τον επικεφαλής των Λευκιανών ταχυδρόμων. Οικογενειάρχης. Στοργικός πατέρας των τριών θυγατέρων του.

Ο Αντρεάς. Ανδρέας Χανιώτης. Έτερος, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο «μεγαλοταχυδρόμος». Έχει μείνει ιστορική μια στιγμή από τη δουλειά του: Επιστρέφοντας στην Πάρο από κάποιο φουρτουνιασμένο ταξίδι του, με άγριο Πονεντογάρμπη, κατάφερε και επιβιβάστηκε στη βάρκα που θα τον έβγαζε στη στεριά. Γράφω «επιβιβάστηκε», που μπορεί να είναι σχήμα λόγου, αφού η βάρκα, από κει που έβλεπε τα βρεχάμενα, μουράβλια, του παποριού, ξαφνικά ανέβαινε στο ύψος της κεφαλόσκαλας, στο κατάστρωμα. Στη βάρκα, ο Αντρέας, βρέθηκε με κάποιο γεροντάκι, Παρκιώτη, που τρομοκρατημένο από την κατάσταση είχε αγκαλιάσει το πόδι του Αντρέα και μουρμούριζε: «Αχ, κουμπαράτσι μ’ θα πνιούμ’ απόψε». Η ρήση αυτή είχε γίνει το «σλόγκαν» όταν η νεανική τότε παρέα μας αντάμωνε με τον Αντρέα. Ο Αντρέας χρημάτισε και ταβερνιάρης και καφετζής. Ταβέρνα του ήταν η ταβέρνα του Κότη, χώρος που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως χασάπικο από τους Καστανιάδες, και καφενείο του, το αδίκως ερειπωμένο σήμερα «παραδοσιακό καφενείο», το καταδικασμένο σε κατάρρευση.

Στάθης Αρκάς. Ταχυδρόμος. Διατηρούσε κι αυτός μπακάλικο. Ο κορυφαίος γλεντζές του χωριού μας. Ο κουμπάρος του Τάσος Ραγκούσης (Σαντουριέρης), δεινός μουσικός, έλεγε χαρακτηριστικά: «Όταν έχω τον Στάθη δίπλα μου, αποκλείεται να ξεχάσω εισαγωγή τραγουδιού». Χαρακτηριστικό του Στάθη, ότι με το χέρι του έκρυβε το στόμα του. Πίστευε ότι είχε άσχημη μασέλα. Το αγαπημένο του τραγούδι, το «Φτου σου κοπελάρα μου», που με πολλή συγκίνηση του τραγούδησαν «τα παιδιά του», όπως έλεγε τη νεανική παρέα του, πάνω από το μνημείο του, την ημέρα της ταφής του.

(Συνεχίζεται)

CHANIOTHSss.jpg

Αρχείο: Π. Αυλήτης
Οι Λεύκες το 1928

 

* Στα χρόνια μου, Άσπρο Χωριό ήταν η περιοχή που έβλεπε κανείς όταν στεκόταν με την πλάτη του στην είσοδο της (παλιάς) εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής.

 

Μανώλης Ι. Χανιώτης

 

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.