Ο μεταπράτης

Πάρος

Ο λιανοπωλητής, που δεν είχε πρωτογενή παραγωγή, άλλοτε ονομαζόταν μεταπράτης άλλοτε γυρολόγος άλλοτε πραματευτής. Αγόραζε την πραμάτεια του από  παραγωγούς ή χοντρέμπορους και στη συνέχεια την μεταπωλούσε σε γειτονιές, στα χωριά και στα πανηγύρια.

Κάλτσες, πουκάμισα, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχα, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και άλλα μικροπράγματα. Είδη ρουχισμού, είδη σπιτιού ακόμα και τρόφιμα αποτελούσαν το εμπόρευμά του. Οι πελάτες του, μόνιμοι ή ευκαιριακοί, ήταν κυρίως νοικοκυρές οι οποίες αγόραζαν ακόμα και είδη προικός για τα κορίτσια του σπιτιού, τα οποία αποπλήρωναν με δόσεις, με τη γνωστή μέθοδο του τεφτεριού. Άλλοτε πάλι η πληρωμή γινόταν σε είδος. Τα προϊόντα τους τα έβαζαν στον ώμο τους ή πάνω σε κάποιο ζώο γάιδαρο ή μουλάρι. Ένας καλός μεταπράτης χρειαζόταν να έχει ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα, αφού το παζάρι αποτελούσε χαρακτηριστικό της αγοραπωλησίας. Επίσης, έπρεπε να έχει πολυλογία και εφευρετικότητα για να προωθεί καλύτερα τα προϊόντα και να πείθει τις νοικοκυρές να αγοράσουν «κοίτα εδώ τι σου έχω φέρει για ’σένα μόνο…» ή «δεν το έχει άλλη στη γειτονιά». Σκαρφιζόταν διάφορες ατάκες που «πουλούσαν», γλυκόλογα και κομπλιμέντα στα κορίτσια και ξεσήκωνε τη γειτονιά στο πέρασμά του. Στο κάλεσμα του έτρεχαν οι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα για να διαλέξουν πρώτες εκείνες κάτι μοναδικό, κάτι που δεν θα το έχει ο ανταγωνισμός, άλλα κορίτσια δηλαδή.

Ο μεταπράτης έπαιρνε και παραγγελίες από μακρινά χωριά, είδη που δεν ήταν στην ευρεία κυκλοφορία, τους τα ψώνιζε από την πόλη και τους τα παρέδιδε στην επόμενη επίσκεψη του, με το αντίτιμο φυσικά. Το ίδιο γινόταν και από τα μικρά νησιά που τα εξυπηρετούσε ο μεταπράτης. Ήταν ένας παραγγελιοδόχος, ένας πλασιέ θα λέγαμε σήμερα. Η ανάγκη οδηγούσε τότε τους ανθρώπους να επινοούν διάφορους τρόπους εργασίας. Σήμερα μπορούμε εύκολα να βρούμε ό,τι θέλουμε και όποτε το θέλουμε. Σύμφωνα με τους εκλογικούς καταλόγους από το 1844 αναφέρονται ως μεταπράτης οι παρακάτω.

Στην Αντίπαρο ήταν οι: Γεώργιος Καράντζης (1886), Κωνσταντίνος Φαρούπος (1906), Ιωάννης Μαριάνος (1907).

Στη Μάρπησσα ο Αντώνιος Τσαντουλής (1900).

Στη Νάουσα ήταν οι: Αντώνιος Παπαδάκης, Κωνσταντίνος Μαθιακάκης, Κωνσταντίνος Πιπής, Ιωάννης Μπουρναζάκης, Θεόδωρος Πισκουλής, Μπατίστας Μαλαματένιος, Μιχαήλ Οικονομίδης, Νικόλαος Σκιαδάς, Δημήτριος Σκιαδάς, Νικόλαος Βόικος, Ανδρέας Καρποδίνης (1867),

Στην Παροικιά ήταν οι: Ιωάννης Αλεβιζάκης, Γεώργιος Γράβαρης, Ιερώνυμος Δελάζαρης, Ιωάννης Ζαμπέτρος, Χαράλαμπος Καμπάνης, Θεόδωρος Κυπραίος, Νικόλαος Μαλαγαροτής, Μιχαήλ Μαλαγαροτής, Βασίλειος Μαρκέζης, Νικόλαος Μοστράτος, Φραγκίσκος Μοστράτος, Μιχαήλ Μπετίνας, Μάρκος Παπαδόπουλος, Γεώργιος Σκορδίλης, Σπυρίδων Φωκιανός, Ιωάννης Δεσύμπρης (1873), Παντελής Μοσχονησιώτης (1926).

Αξίζει να σημειώσω ότι πλάνα της ταινίας του Κώστα Καραγιάννη το 1968 «Το πιο λαμπρό μπουζούκι», με πρωταγωνιστές τους Κώστα Βουτσά και Ξένια Καλογεροπούλου, γυρίστηκαν στην Πάρο και στο πλοίο  «ΕΛΛΗ» στο λιμάνι της Πάρου, όπου ο Κώστας Βουτσάς ως Φανούρης κάνει τον πλασιέ. Επίσης, ο λαϊκός μας τραγουδιστής, Νίκος Ξυλούρης, ερμήνευσε με το δικό του μοναδικό τρόπο «τον Πραματευτή» σε μουσική και στίχους του Κώστα Μουντάκη, παρουσιάζοντας μεταφορικά το επάγγελμα αυτό.

Ο πραματευτής

«Κουβαρίστρες, βελονάκια,

ψιλολόγια ένα σωρό

πήρα δρόμους και σοκάκια

την αγάπη μου να βρω.

Σε μια γειτονιά

είχα μια αγαπητικιά

δέκα χρόνια πάνε τώρα

που δεν την ξανάδα πια.

Μαντηλάκια, τσιμπιδάκια,

Πραματιές πολλώ λογιώ

τον πλανόδιο θα κάνω

ίσως και την ξαναβρώ.

Χώρες και χωριά

σαν τα έρημα πουλιά

θα γυρίζω αχ να φωνάζω

την δική μου καταντιά.

Μιας αγάπης το χατίρι

μ' έκανε τραγουδιστή

και ζητιάνο αχ και διαβάτη

και φτωχό πραματευτή.

Πέστε μου κυρές

παντρεμένες γριές και νιες

η δική μου αγάπη που 'ναι

και χαλάλι οι πραματιές»

Ο πραματευτής...

Χριστόδουλος Α. Μαούνης

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.