Ιστορίες... βασανιστηρίων από το ελληνικό «Νταχάου» της Μακρονήσου

> Ελλάδα

Έλληνες ιστορικοί αφηγούνται στο Sputnik ιστορίες βασανιστηρίων από το «Νταχάου» της Μακρονήσου.

Έλληνες ιστορικοί αφηγούνται στο Sputnik ιστορίες βασανιστηρίων από το «Νταχάου» της Μακρονήσου.

Μνήμες από τα βάσανα των κρατουμένων, μνήμες που δεν πρέπει να ξεχαστούν αλλά να θυμίζουν στους νεότερους τους αγώνες για δημοκρατία.

Η Μακρόνησος έχει παραμείνει ένα σκοτεινό κεφάλαιο στην ελληνική ιστορία ως τόπος εξορίας - από το 1900, αλλά κυρίως μετέπειτα, στην Ελλάδα της κατοχής, το διάστημα 1941 έως 1944, έως την κατάρρευση της «Χούντας των Συνταγματαρχών» (1967 - 1974).

Ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος ξεκίνησε το 1946 μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας (ΔΣΕ) - της στρατιωτικής πτέρυγας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας (ΚΚΕ) - και του Ελληνικού Στρατού, με τη στήριξη της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον τότε πρόεδρο Χάρι Τρούμαν.

Κατά την διάρκεια των συγκρούσεων - καθώς οι δύο πλευρές ενεπλάκησαν σε μια πικρή και αδελφοκτόνα πάλη - απλοί Έλληνες υποβλήθηκαν σε σειρά βασανιστηρίων ιδεολογικής κατήχησης και καταναγκαστικής εργασίας στη Μακρόνησο, τόπο εξορίας για πολιτικούς κρατούμενους.

Α' «στρατιωτική αστυνομία ΕΤΟ» («αλφαμίτες»)

© ASKI

Α' «στρατιωτική αστυνομία ΕΤΟ» («Αλφαμίτες»)

Μακρόνησος: Το σχέδιο για την πολιτική καταπίεση

Ο Κωστής Καρπόζηλος, ιστορικός και διευθυντής του Αρχείου Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ASKI), μίλησε για την κληρονομιά της Μακρονήσου ως μέσου κρατικής καταπίεσης, καθώς και του ρόλου της στη διατήρηση ενός από τα πλέον σκοτεινά μυστικά του νεοελληνικού κράτους.

Το ΑΣΚΙ, μη κερδοσκοπική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1992, διεξάγει έρευνα για την ιστορία της ελληνικής αριστεράς, καθώς και για την πολιτική καταστολή στην Ελλάδα.

«Το ελληνικό κράτος είχε χρησιμοποιήσει την Μακρόνησο ως τόπο εξορίας από το 1900» καθώς και για «απομόνωση επικίνδυνων πολιτών» προκειμένου να τους αποτρέψει από το να «μολύνουν την ελληνική κοινωνία», εξήγησε ο κ. Καρπόζηλος.

Και πρόσθεσε: «Κατά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, οι ιδέες του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού θεωρούνταν κάτι σαν ιός. Η φυσική απομόνωση δημιουργούσε μια καραντίνα ανάμεσα στον "άρρωστο" και την υπόλοιπη κοινωνία».

Η πολιτική καραντίνας στην Ελλάδα εντάθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη ναζιστική κατοχή της χώρας από το 1941 έως το 1944, υπενθύμισε, σημειώνοντας ότι αντίθετα με τη Δυτική Ευρώπη, όπου πολλοί αντάρτες συμπεριλήφθηκαν στο «εθνικό αφήγημα» κάθε χώρας, οι Έλληνες παρτιζάνοι διώχθηκαν, στο πλαίσιο της «περιθωριοποίησης και της ποινικοποίησης» των αριστερών κινημάτων.

​Η Μακρόνησος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως φυλακή για να απομονώσει νεαρούς άνδρες οι οποίοι κανονικά θα υπηρετούσαν ως κληρωτοί στον στρατό. Ωστόσο, το ελληνικό κράτος δημιούργησε ένα σύστημα αναγνώρισης και ταξινόμησης των πολιτών του, βάσει των αρχείων τους τα οποία περιείχαν πληροφορίες για την σχέση τους με το κίνημα της εθνικής αντίστασης τη δεκαετία του 1940.

Οι κρατούμενοι στο νησί ήταν Έλληνες πολίτες «που δεν θεωρούνταν έμπιστοι από την κυβέρνηση για να φέρουν όπλα» και θεωρούνταν «επικίνδυνοι, πολίτες δεύτερης κατηγορίας», δήλωσε ο κ. Καρπόζηλος.

Η Μακρόνησος ως στρατόπεδο συγκέντρωσης και αναμόρφωσης

Ο Δρ. Καρπόζηλος εξήγησε πώς η Μακρόνησος κατέστη «στρατόπεδο αναμόρφωσης στρατιωτών» κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, «για όσους θεωρούνταν πως είχαν άμεση ή έμμεση συμμετοχή στο κομμουνιστικό κίνημα».

«Τους χτυπούσαν, εξαναγκάζονταν να διαβιούν σε σκηνές και να εκτίθενται στη ζέστη και το κρύο για πολλούς μήνες. Πολλά άτομα βασανίστηκαν, ενώ άλλους τους βουτούσαν κάτω από το νερό».

Οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε «ένα πρόγραμμα αναμόρφωσης» όπου, αν αποδέχονταν να υπογράψουν «δηλώσεις μετάνοιας» στις οποίες κατήγγειλαν τον κομμουνισμό, τότε οι αρχές τούς υπόσχονταν ότι η ζωή τους θα αλλάξει.

Οι ελληνικές αρχές ανάγκαζαν τους κρατουμένους να φορούν στολές σε καθεστώς απομόνωσης «μακριά από την επαφή με τους συγγενείς τους», ανέφερε.

Οι φυλακισμένοι υποβλήθηκαν επίσης, σε μια «συστηματική προσπάθεια κατήχησής τους» από κληρικούς και αξιωματούχους για να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα «λύτρωσης» και «μετατροπής» τους σε «πρότυπο Έλληνα πολίτη».

Το «πείραμα της Μακρονήσου» ήταν κάτι αντίστοιχο με τη δίωξη όσων κατηγορούνταν για «αντιαμερικανικές δραστηριότητες» την εποχή του μακαρθισμού στις ΗΠΑ, δήλωσε ο κ. Καρπόζηλος.

Τόνισε δε, ότι οι διώξεις συνεχίστηκαν μέχρι και την δεκαετία του '80, με πολλούς πολίτες που είχαν υπογράψει πολιτικές ομολογίες να παρακολουθούνται στενά από τις ελληνικές αρχές, αναγκάζοντας τις οικογένειες να παραμείνουν σιωπηλές εδώ και δεκαετίες.

Η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει την Μακρόνησο ως έναν Εθνικό Αρχαιολογικό Χώρο

Ο κ. Καρπόζηλος εξήγησε, παράλληλα, πώς ξεκίνησαν οι προσπάθειες το 1980 για να αναγνωριστεί η Μακρόνησος ως «τόπος βασανιστηρίων».

«Τα περισσότερα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν συλλήβδην επειδή η Μακρόνησος ήταν μια τόσο τραυματική εμπειρία για χιλιάδες ανθρώπους», δήλωσε μεταξύ άλλων.

Το μουσείο άρχισε να λαμβάνει φωτογραφίες και μηνύματα από «χιλιάδες ελληνικές οικογένειες» που επλήγησαν από την τραγωδία και οι οποίες είχαν κρατήσει μυστική την ταυτότητά τους, λόγω του φόβου για αντίποινα από την κυβέρνηση.

Χάρτης των στρατόπεδων συγκέντρωσης της Μακρονήσου

© Margaris Nikos

Χάρτης των στρατόπεδων συγκέντρωσης της Μακρονήσου

Το Μουσείο Εξορίας μοιράζεται την ιστορία της Μακρονήσου

Ένας εκπρόσωπος από το Μουσείο Εξορίας στην Αθήνα εξήγησε πώς οι μαχητές της Εθνικής Αντίστασης απελάθηκαν στην Μακρόνησο.

«Ένα «οργανωμένο σύστημα καθημερινής εξόντωσης συντελέστηκε στο νησί, το οποίο έφθασε στο αποκορύφωμά του κατά τον εμφύλιο πόλεμο από το 1946 έως το 1949, όπου το νησί μετατράπηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από τον Ελληνικό Στρατό, ενεργώντας εξ ονόματος του υπουργείου Στρατιωτικών τον Φεβρουάριο του 1947 και υποστηριζόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλα κράτη», δήλωσε ο εκπρόσωπος.

Στη Μακρόνησο εστάλησαν 100 μόνιμοι αστυνομικοί και 600 στελέχη τον Μάιο του 1947, οι οποίοι οργανώθηκαν σε τρία ειδικά σώματα, για τη φύλαξη των κρατουμένων. Από την πλευρά τους, οι κομμουνιστές και οι πολιτικοί κρατούμενοι ταξινομούνταν βάσει του βαθμού επικινδυνότητάς τους.

Η ελληνική κυβέρνηση δημιούργησε και ένα πρόσθετο στρατόπεδο - στα βόρεια του νησιού του Αγίου Γεωργίου, στα τέλη του 1948, για εξόριστους από την Ικαρία, την Λήμνο και τον Αϊ Στράτη - το οποίο ξεπέρασε τους 12.000 κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένων των νεαρών κρατουμένων από τον Γυάρο, δήλωσε ο εκπρόσωπος.

Ομιλία του «αποκατασταθέντος» στρατιώτη στο Β 'ΕΤΟ

© ASKI / Georgios Gerolymatos' Collection

Ομιλία «αποκατασταθέντος» στρατιώτη στο Β 'ΕΤΟ

Ιστορίες βασανιστηρίων, ταπείνωση που χρησιμοποιούνται στην Μακρόνησο

Στα βασανιστήρια χρησιμοποιούνταν το γδάρσιμο με συρματόπλεγμα, η έκθεση σε χαμηλές θερμοκρασίες, το κάψιμο των κρατουμένων με καυτά σίδερα και τσιγάρα, σε συνδυασμό με τον εξαναγκασμό τους σε πολύωρη όρθια στάση. Μάλιστα, συχνά χρησιμοποιήθηκαν και μέθοδοι τις οποίες πρώτοι είχαν χρησιμοποιήσει οι Ναζί κατά την κατοχή, εξήγησε ο εκπρόσωπος του Μουσείου Εξορίας.

Ταυτόχρονα, εφαρμόστηκαν και ψυχολογικές μέθοδοι βασανιστηρίων, όπως η εξάντληση μέσω της καταναγκαστικής εργασίας και ο δημόσιος εξευτελισμός, τόσο ανδρών όσο και γυναικών κρατουμένων, πρόσθεσε ο εκπρόσωπος.

«Ο στόχος ήταν η "ηθική αναμόρφωση" των κομμουνιστών και των αγωνιστών με την υπογραφή δηλώσεων μετάνοιας που κατήγγειλαν το ΚΚΕ και την ιδεολογία του, τσακίζοντας το ηθικό τους και εξουδετερώνοντας το λαϊκό κίνημα, στερώντας τον ΔΣΕ από τους άνδρες του και στην συνέχεια στρέφοντας τους εναντίον της εξέγερσης».

Ένας άνδρας από την Θεσσαλονίκη ανέφερε πως ο γαμπρός του παππού του κρατήθηκε στη Μακρόνησο από το 1946 μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

«Ήταν μέλος του κομμουνιστικού κινήματος κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας και συνελήφθη με την υποψία της διεξαγωγής δραστηριοτήτων εναντίον του κράτους».

«Από ότι έμαθα από την οικογενειακή ιστορία, αναγκάστηκε να συμμετάσχει σε μακριές πορείες και τον χτυπούσαν στα πόδια του μέχρι αυτά να πρηστούν».

Τόσο μέλη της οικογένειάς του, όσο και άλλοι κρατούμενοι είχαν επίσης τοποθετηθεί δια της βίας σε μεγάλα φέρετρα, τα οποία περιείχαν άγριες γάτες και βυθίζονταν στη θάλασσα. «Η λογική ήταν πως τα ζώα θα αφήνιαζαν από το νερό και θα ξέσκιζαν το σώμα τους», είπε.

Όταν ρωτήθηκε γιατί ήταν σημαντικό να διατηρηθεί η γνώση των θηριωδιών στη Μακρόνησο, εξήγησε ότι ήταν «ζωτικό μέρος της σύγχρονης ιστορίας μας».

Κατέληξε: «Δεν διαιρεί πλέον τους Έλληνες. Όσον αφορά την ιστορική αλήθεια, χρησιμεύει ως μνημείο της δημοκρατίας και του αγώνα του ελληνικού λαού που υπέφερε κατά την διάρκεια αυτών των σκοτεινών χρόνων στη σύγχρονη ιστορία μας».

πηγή:https://sputniknews.gr

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.