Κριτική βιβλίου από τη Μ. Κοντοσταύλου

> Απόψεις

Η κ. Μοσχούλα Κοντοσταύλου, για το νέο βιβλίο του κ. Ν. Σαρρή, «Νόστιμο βραστό νερό», γράφει:

 «Νόστιμο βραστό νερό είναι το παρελθόν, όχι απαραίτητα έμπλεο από αυταπάτες, σίγουρα όμως γεμάτο θανάτους.

Θανάτους τοπίων, περιστάσεων, προσώπων. Που αφού πεθαίνουν γιγαντώνονται και καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της καρδιάς μας. Και γεννάται το ερώτημα. Με την τέχνη ξορκίζει κανείς αυτά τα φαντάσματα; Και τους φόβους του; Για ό,τι είναι άσχημο; Για ό,τι δεν εμπεριέχει την αιωνιότητα της ομορφιάς, που κι’ αυτή μόνο μια στιγμή κρατάει; Όπως κακές παιδαγωγικές μέθοδοι, φονικά όπλα και συμπεριφορές, φάρμακα, άνθρωποι επιτήδειοι και βάρβαρες δεξιότητες, ικανά κι’ αυτά και άλλα να απομακρύνουν ένα μικρό ευαίσθητο παιδί από την επαφή με το αληθινό: τη φύση, την τέχνη την τρυφεράδα. Και η απάντηση. Ναι, η τέχνη παρηγορεί και λυτρώνει. Όποιον είναι ικανός να διακρίνει και να εκτιμήσει αυτή την ευγενική φλόγα στους άλλους και να ασκήσει τροφοδοτώντας την όποια δική του.

Έχει δίκιο ο συγγραφέας του βιβλίου, όταν εξηγεί στην εισαγωγή, ότι δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία και ότι οι ιστορίες του είναι φανταστικές.

Φυσικά και δεν επιδιώκει ο Ν. Σαρρής να έχει δίκιο σώνει και καλά. Άνθρωποι σαν κι’ αυτόν δεν θα έχαναν το χρόνο τους για ν’ αποδείξουν το δίκιο τους.

Βεβαίως και είναι φανταστικές οι ιστορίες του. Γιατί η πραγματικότητα δεν υπάρχει πουθενά. Ούτε η δική μας. Στην σπηλιά μας αλυσοδεμένοι περνάμε τη βιωτή μας βλέποντας σκιές.

Τα γραπτά του Ν. Σαρρή δεν φαίνεται να γεννήθηκαν από τις ευτυχίες του. Περίπου το ομολογεί και ο ίδιος και λυτρώνεται. Είναι ένα ταξίδι με συνταξιδιώτες φτωχούς ανθρώπους που ανάμεσά τους ψάχνει το νόημα της ζωής.

Είναι ένα ταξίδι. Αλλά η αξία του ταξιδιού έγκειται στο φόβο, είχε πει ο Αλμπέρ Καμύ, και μας άφησε συλλογισμένους. Δεν ταξιδεύει κανείς για ευχαρίστηση, για άσκηση ταξιδεύει.

Ο συγγραφέας καταθέτει στο βιβλίο ό,τι του έχει γεμίσει την καρδιά, για να ξέρουν τα παιδιά του, λέει, και εμείς οι άλλοι φαντάζομαι, επειδή πρέπει όλοι μας να γνωριζόμαστε μεταξύ μας, αφού συμπέσαμε στο χρόνο, μιας και η ψυχή μας αύριο σηκώνει πανιά.

Για να μην αναγκαστεί να παραδεχθεί την ανεπανόρθωτη απώλεια του χρόνου, ή μάλλον ακριβώς γιατί την παραδέχεται, αναζητάει αναμνήσεις από τοπία μεταμορφωμένα πλέον, ανθρώπους φευγάτους, σε μιαν αιωνιότητα, που ο ίδιος δεν επιθυμεί για τον εαυτό του,

(υπέροχη η εικόνα της παραίτησής του στα έσχατα), μυρωδιές λιγωτικές κι άλλοτε πνιγηρές, αισθήματα που μπορούν να κινητοποιήσουν μα και που προδίδουν, «ρεύματα σκιών και αναλαμπών»  γράφει ο ίδιος.

Φτώχια, αρρώστιες και μοναξιά. Μαζί με κάποιες χαρές και ανθρώπινες προσεγγίσεις.

(Υπέροχο το άγγιγμα της μάνας στο κεφαλάκι του παιδιού. Σιωπηλό κι’ αυτό). Και ο συγγραφέας να τρομάζει, όλο να τρομάζει. Όχι την αιωνιότητα ακριβώς, αλλά την ατέρμονη ζωή, όπως την κάναμε κι όπως την ξέρουμε κι όπως πιθανολογούμε (σωστά; λάθος;) να ’ναι κι’ η άλλη.

Ωστόσο, η εκτίμησή του για την ύπαρξη είναι όση και η αγωνία του. Προφανής και δικαιολογημένη εφόσον πρόκειται για σκεπτόμενο άνθρωπο. Άρα κατά κάποιον τρόπο διχασμένο, απελπισμένο, αλλά όχι και τόσο, αφού ζει και ενεργεί σα να ελπίζει.

Γιατί μας αφορά το βιβλίο; Διότι οι διαδρομές του ταξιδιού του Σαρρή στο παρελθόν του τόπου και του χρόνου του, είναι οι διαδρομές όλων των ευαίσθητων στην αίσθηση της αιωνιότητας ανθρώπων, είτε με την έννοια της υπερνίκησης του φόβου, είτε με την έννοια της εκμηδένισης.

Δηλαδή όλους μας».