Ιεροψαλτηρίου ανάλεκτα | Του Μανώλη Ι. Χανιώτη

> Απόψεις

 

Όλα ή σχεδόν όλα τα μεγαλουργήματα της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής είναι ενυπόγραφα. Ελάχιστα είναι αυτά στα οποία δεν αναφέρεται ο μελοποιός και τα οποία επιγράφονται ως «Αδέσποτον», «Ανωνύμου», «Αρχαίον» ή είναι και εντελώς ανυπόγραφα.

Η αιτία αυτής της κατάστασης είναι διττή. Προϊόν, αποτέλεσμα δύο καταστάσεων που και οι δύο όμως οφείλονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η πρώτη αιτία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέβαλε στους ιεροψάλτες του πατριαρχικού ναού να ψάλλουν, πάντα, τα λεγόμενα «λειτουργικά» σε ύφος απαγγελτικό (παρακαταλογή) στη χρόα του κλιτού (νισαμπούρ) και το μεγαλυνάριο «Άξιον Εστίν», μέλος αρχαίον, σε ήχο δεύτερο, παρ' ότι οι περισσότεροι από τους πρωτοψάλτες και λαμπαδάριους του πατριαρχικού ναού ήταν και μελοποιοί άφθαστοι.

Η δεύτερη αιτία. Τιμωρημένοι κληρικοί εξορίζονταν σε κάποια Σταυροπηγιακή μονή προκειμένου να εκτίσουν ποινή, εφοδιασμένοι με έγγραφη εντολή του πατριαρχείου στην οποία όμως δεν αναφέρονταν όνομα ή βαθμός. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρξαν και μελοποιοί, τα πονήματα των οποίων κυκλοφόρησαν ως – όπως αναφέρω παραπάνω – «Ανώνυμον», «Αδέσποτον», κλπ.

Ένας ανυπόγραφος ύμνος είναι και το αριστουργηματικό «Άξιον Εστίν», σε ήχο πλάγιο του Δευτέρου, το γνωστό με το όνομα «αδέσποτο» και το οποίο φέρεται ότι είναι μελούργημα του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου, εκ των εφευρετών της σημερινής σημειογραφίας της βυζαντινής μουσικής. Σε ενοριακούς ναούς, της Αθήνας κυρίως, εκτός των ψαλτών, στις Θείες λειτουργίες ψάλλουν πολυφωνικές χορωδίες αξιώσεων. Το ρεπερτόριό τους αποτελείται από έργα μεγάλων συνθετών εκκλησιαστικής πολυφωνικής μουσικής, όπως του Θεμ. Πολυκράτη, Τάκη Γλυκοφρύδη, Πλάτωνος Ρούγκα και Αλεξάνδρου Κατακουζηνού που είναι και ο γενάρχης της ελκκλησιαστικής πολυφωνικής μουσικής στην Ελλάδα. Δυστυχώς, όμως, εκτός των καταξιωμένων χορωδιών υπάρχουν και χορωδίες που ο γράφων θα τις χαρακτήριζε «γιαλαντζί κανταδοχορωδίες». Μια από αυτές, τις «γιαλαντζί», είχε προσληφθεί σε κάποιο ναό, ελέω εκκλησιαστικού συμβουλίου, που προφανώς ήθελε να φανεί ότι είναι «προοδευτικό», παρά την αντίθεση του βετεράνου γέροντος προϊσταμένου εφημερίου. Όπως όλες τις χορωδίες του είδους της, σε κάθε λειτουργία «κοπανούσε» όλο τα ίδια και τα ίδια ψάλματα. Απηυδισμένος ο γέροντας, από την κατάσταση αυτή, απευθύνθηκε προς τον «μαέστρο» λέγοντας:

- Γιατί δεν ψάλλετε και κάποιο άλλο, κάποιο διαφορετικό ψάλμα; Ας πούμε το «Άξιον Εστίν» το «αδέσποτο;».

- Το «αδέσποτο» είπατε πάτερ; Την παραπάνω Κυριακή θα το έχετε.

Πώς να το ψάλλουν όμως την παραπάνω Κυριακή; Πώς να το διδάξει όμως για να το ψάλλουν την παραπάνω Κυριακή, αφού το υπόψη ψάλμα ήταν «από άλλο πλανήτη;». Ήταν «ζόρικο». Έτσι, και την παραπάνω Κυριακή, πάλι τα ίδια και τα ίδια. Στην αναπόφευκτη ερώτηση του ιερέα:

- Γιατί δεν εψάλατε το «αδέσποτο;».

Η απάντηση ήταν: «Πώς να το ψάλλουμε Πάτερ, αφού δεν είχαμε Δεσπότη!...».


 

Μανώλης Ι. Χανιώτης