eklogesmaios2019-(2).jpg

Αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής (5ο μέρος)

> Απόψεις

Οι γονείς των οικογενειών ήταν κατά κανόνα αγράμματοι άνθρωποι, και γεννούσαν παιδιά γιατί «ο Θεός τα έστελνε», χωρίς να συνειδητοποιούν  τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν.  

Οι γονείς των οικογενειών ήταν κατά κανόνα αγράμματοι άνθρωποι, και γεννούσαν παιδιά γιατί «ο Θεός τα έστελνε», χωρίς να συνειδητοποιούν  τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν.  

Όταν η οικογένεια δεν αποκτούσε παιδιά, έριχναν την ευθύνη στον άντρα και γι’ αυτό τον έλεγαν «άκληρο» και σκωπτικά «φαμελιάρη». Αρχηγός και «αφέντης» της οικογένειας ήταν ο πατέρας. Ο λόγος του ήταν νόμος. Αυτός ήταν ο κριτής και ο τιμωρός των μελών της οικογένειας, για κάθε ανυπακοή ή παρεκτροπή τους από τις εντολές του, ή από τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Ο πατέρας ήταν και ο προστάτης της οικογένειας, ο «πάτερ φαμίλιας».

Αυτός σήκωνε στους ώμους του το βάρος και έφερε την ευθύνη της ανεύρεσης των οικονομικών μέσων, για την απόκτηση των απαιτουμένων εφοδίων για την επιβίωση της  οικογένειας. Και για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, αναγκαζόταν να εργάζεται από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου στα κτήματά του ή σε ξένα κτήματα -να προβαίνει σε εκβραχισμό, να χτίζει τοίχους (ξερολιθιές), να σκάβει, να οργώνει, να σπείρει, να φυτεύει δέντρα ή αμπέλια, να κλαδεύει, να τσαπίζει, να θερίζει, να αλωνίζει, να τρυγά, να πατεί, να βγάζει λάδι, να φροντίζει τις μέλισσες και τα μεγάλα ζώα, και πολλά ακόμα… να-.  Και πολλές φορές να ασχολείται και με κάθε είδους εργασία (φούρναρης, χτίστης, μυλωνάς, λιοτριβιάρης, αγωγιάτης, κατασκευαστής τυροβολιών, σαγματοποιός κ.ά.), προκειμένου να ενισχύσει τα οικονομικά της οικογένειας. Πολλοί ξενιτεύονταν ορισμένους μήνες του χρόνου, για να δουλέψουν κυρίως, στα μεταλλεία του Λαυρίου ή στα λατομεία (νταμάρια) της Πεντέλης και του Διονύσου.

Οι πατέρες γενικά ανταποκρίνονταν στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους με ευσυνειδησία, σύνεση και αγάπη. Δυστυχώς υπήρχαν και πατέρες, ελάχιστοι ευτυχώς, που συμπεριφέρονταν αυταρχικά και καμιά φορά βάναυσα στα απροστάτευτα  παιδιά και τη γυναίκα τους.

Η μάνα! Η αγράμματη (όπως και ο πατέρας) αυτή γυναίκα, είχε αποστολή να γεννά παιδιά (μόνη της πολλές φορές ή με τη βοήθεια κάποιας γειτόνισσας, και σπάνια με τη βοήθεια πρακτικής μαμής), να τα φροντίζει να μεγαλώσουν, να μεριμνά για τις δουλειές του σπιτιού και να βοηθά τον άντρα της στις γεωργικές εργασίες. Αυτή ήταν η βασανισμένη, η ακαταπόνητη, η άοκνη, η αεικίνητη γυναίκα. Αυτή σήκωνε το σταυρό του μαρτυρίου της οικογένειας. Αυτή ήταν το στήριγμα της και ο στυλοβάτης της. Ο κυματοθραύστης πάνω στον οποίο ξεσπούσαν όλες οι οικογενειακές φουρτούνες. Με Ιώβεια υπομονή και χωρίς βαρυγκώμια, δούλευε αδιάκοπα όλες τις μέρες του χρόνου, καθημερινές και σκόλες. Κι ας ήταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ή μόνη της όταν ο άντρας της έλειπε στην ξενιτιά (Πεντέλη κλπ). Γι’ αυτήν οι λέξεις ανάπαυση και άρρωστη, ήταν άγνωστες.
Ξυπνούσε πρώτη, από τα χαράματα και πήγαινε τελευταία στο κρεβάτι για ύπνο, πραγματικό ράκος από την κούραση, αφού έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού: Να ετοιμάσει τον άντρα της για το χωράφι και τα παιδιά για το σχολείο, να περιποιηθεί τα μωρά (φάσκιωμα, ξεφάσκιωμα, καθάρισμα, τάισμα), να μαγειρέψει στην παραστιά (τζάκι) με τα ξύλα, να συγυρίσει το σπίτι, να ράψει και να μπαλώσει τα ρούχα, να ζυμώσει, να φουρνίσει και να ξεφουρνίσει τα ψωμιά, να ξεβαβουλίσει και να ξεκουκκίσει το βαμβάκι, να το μετατρέψει σε κλωστή με τη ρόκα ή με τη σβία, να κάνει το ίδιο με το μαλλί από τα πρόβατα και την τρίχα από τις κατσίκες, να πλέξει με τις κλωστές αυτές, φανέλες, κάλτσες (τσουράπια), ζακέτες, πουλόβερ κ.ά. 

Να φτιάξει κεντήματα, να αρμέξει τις κατσίκες, να τυροκομήσει, να φτιάξει μερμιγκέλι (είδος ζυμαρικού), τραχανά, χυλοπίτες, σαμωτά σύκα, σταφίδες, μουσταλευριά, πετιμέζι, γλυκά κουταλιού, κουλούρια, να πλύνει τα ρούχα (μπουγάδα) στα κοινοτικά πλυσταριά, να τα σιδερώσει με το καρβουνοσίδηρο. Να βοηθήσει στις γεωργικές εργασίες (τρύγημα σταφυλιών, μάζεμα των ελιών, των σύκων, της κάππαρης, του καπνού κ.ά.), να κουβαλήσει νερό με το σταμνί από τα Κοινοτικά πηγάδια, να… να… ων ουκ’ έστιν αριθμός! Και εάν, κοντά στα όσα αναφέραμε παραπάνω, η μάνα είχε να φροντίζει και να περιποιείται και τους γέροντες γονείς, τους δικούς της ή του άντρα της (πεθερικά), τότε η κατάστασή της γινόταν πολύ χειρότερη. Αφόρητη πολλές φορές. Χωρίς τη μάνα το σπίτι ήταν ρημαδιό. Και γι` αυτό έλεγαν ότι: η οικογένεια ορφανεύει, μόνο με το θάνατο της μάνας.

Και τα παιδιά της πολύτεκνης οικογένειας; Τα αθώα αυτά πλάσματα που τα… έφερναν στη ζωή χωρίς τη θέλησή τους, ακολουθούσαν το δικό τους Γολγοθά. 

Πολλές φορές κοιμούνταν στο ίδιο κρεβάτι (με την καλαμωτή και το αχυρένιο στρώμα) τρία και τέσσερα(!) παιδιά, και καμιά φορά και οι γονείς μαζί(!), γιατί ο χώρος των σπιτιών ήταν ανεπαρκής για πολλά άτομα. Από τη μικρή τους ηλικία ρίχνονταν στη βιοπάλη. Πολλά έμεναν αναλφάβητα ή τελείωναν μόνο τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γιατί έπρεπε να βοηθήσουν τον πατέρα στις γεωργικές εργασίες. Άλλα, όσα ζούσαν στις εξοχές τις «κατ`τσές» (κατοικίες), όπως τις έλεγαν, περπατούσαν ξυπόλυτα και δυο ώρες, έχοντας μια πάνινη σάκα στην πλάτη με ένα ξεροκόμματο ψωμί και καμιά ελιά μέσα, ή μερικά ξερά σύκα, και ένα δυσανάγνωστο από την πολύχρονη χρήση «Αναγνωστικό», για να πάνε στο Δημοτικό σχολείο των Λευκών, το οποίο διέκοπταν και αυτά πριν το τελειώσουν, για τον ίδιο με τα προηγούμενα παιδιά λόγο.

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς
 

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.