eklogesmaios2019-(2).jpg

Αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής (Μέρος 6ο) | Του Ευ. Νικ. Καστανιά

> Απόψεις

Η ξυπολυσιά των παιδιών ήταν γενικό φαινόμενο. Τα ρούχα τους, που ήταν από πανί του αργαλειού (της κρεβαταριάς, όπως τον έλεγαν), ήταν καθαρά αλλά συνήθως γεμάτα μπαλώματα, γιατί τα ρούχα των μεγάλων παιδιών όταν δεν μπορούσαν να τα φορέσουν πια επειδή ήταν μικρά, τα φορούσαν τα μικρότερα παιδιά μέχρι να γίνουν κουρέλια. Τα κορίτσια, τα περισσότερα δεν τα έστελναν στο σχολείο. «Τι να τα κάνουν τα γράμματα οι γυναίκες;», έλεγαν.

Η ξυπολυσιά των παιδιών ήταν γενικό φαινόμενο. Τα ρούχα τους, που ήταν από πανί του αργαλειού (της κρεβαταριάς, όπως τον έλεγαν), ήταν καθαρά αλλά συνήθως γεμάτα μπαλώματα, γιατί τα ρούχα των μεγάλων παιδιών όταν δεν μπορούσαν να τα φορέσουν πια επειδή ήταν μικρά, τα φορούσαν τα μικρότερα παιδιά μέχρι να γίνουν κουρέλια. Τα κορίτσια, τα περισσότερα δεν τα έστελναν στο σχολείο. «Τι να τα κάνουν τα γράμματα οι γυναίκες;», έλεγαν.

Μερικές οικογένειες που δεν είχαν τη δυνατότητα της ανατροφής των παιδιών τους, τα έδιναν για υιοθεσία σε άλλες οικογένειες (συνήθως συγγενικές), που δεν είχαν παιδιά ή ήταν ευκατάστατες. Άλλες οικογένειες τα έστελναν από τη μικρή τους ηλικία, τα αγόρια σε μεγαλοκτηματίες να δουλέψουν σαν παραγιοί («κοπέλια», όπως τα έλεγαν) σε ελαφρές γεωργικές εργασίες ή στη φύλαξη ζώων (βοσκοί), και τα κορίτσια σε πλουσιόσπιτα της Αθήνας και του Πειραιά, κυρίως, να εργαστούν σαν οικιακές βοηθοί («υπηρέτριες» ή «δούλες», «δ’λές», όπως τις έλεγαν).

Τα μεγαλύτερα από τα παιδιά αναλάμβαναν μεγαλύτερες υποχρεώσεις. Όχι μόνο  δούλευαν περισσότερο από τα άλλα, αλλά επωμίζονταν και μέρος των ευθυνών της προστασίας των μικρότερων παιδιών. Αν το μεγαλύτερο παιδί ήταν κόρη, γινόταν δεύτερη μάνα των υπόλοιπων παιδιών βοηθώντας σημαντικά τη μάνα. Γι` αυτό και έλεγαν: «της καλομοίρας το παιδί το πρώτο, είναι κόρη». 

Αν το μεγαλύτερο παιδί ήταν αγόρι, γινόταν ο άμεσος βοηθός του πατέρα και, σύμφωνα με τα έθιμα που επικρατούσαν, δεν μπορούσε να παντρευτεί πριν αποκατασταθούν (παντρευτούν) οι αδελφές του, μεριμνώντας μάλιστα πολλές φορές και για την προίκα τους. Για το λόγο αυτό αρκετοί νέοι έμεναν ανύπαντροι («γεροντονιοί», γεροντοπαλήκαρα). 

Τα παιδιά μέχρι να παντρευτούν και να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια ζούσαν στο ίδιο σπίτι με τους γονείς τους. Και όσα χρήματα προέρχονταν από τη δουλειά τους ή από την πώληση γεωργικών, κτηνοτροφικών και λοιπών προϊόντων, πήγαιναν στο «κοινό ταμείο» το οποίο τηρούσε ο πατέρας, ο οποίος και το διαχειριζόταν όπως εκείνος έκρινε, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα. 

Τα παιδιά μέσα στην οικογένεια ζούσαν αρμονικά, με πίστη στο Θεό, με αγάπη και αλληλεγγύη μεταξύ τους και μονοιασμένα σαν μια γροθιά, για την επιτυχία του κοινού σκοπού που ήταν η επιβίωσή τους. Και υπήρχε σεβασμός των μικροτέρων προς τα μεγαλύτερα και όλων προς τους γονείς τους. Και ο σεβασμός αυτός ήταν διαρκής και διατηρούνταν σε όλη τους τη ζωή.

Παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες που ήταν αναγκασμένα να αντιμετωπίσουν τα παιδιά της πολύτεκνης οικογένειας, όλα σχεδόν κατόρθωναν να γίνουν άξια αναγνώρισης και εκτίμησης από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούσαν, και μερικά κατάφερναν να διακριθούν ιδιαίτερα στη ζωή τους, λες και κάποια αόρατη δύναμη τα καθοδηγούσε και τα βοηθούσε. Γι’ αυτό έλεγαν: «Ο Θεός αγαπάει και φροντίζει ιδιαίτερα τις πολύτεκνες οικογένειες».

Όταν τα παιδιά δημιουργούσαν δικές τους οικογένειες και πήγαιναν στα δικά τους σπίτια, οι γέροι γονείς έμεναν μοναχοί τους, «σαν δυο κούκοι  μέσα στους τέσσερις τοίχους», όπως έλεγαν. Και επαφίονταν στη διάθεση των παιδιών τους για τη συντήρησή τους («για ένα πιάτο φαΐ»), αφού τότε για τους απόμαχους αυτούς δεν υπήρχε καμιά βοήθεια από πουθενά, ούτε μέριμνα από το κράτος ή άλλους κοινωνικούς φορείς. Γι’ αυτό και με πίκρα έλεγαν: «Βαριά τα γεράματα. Αβάσταχτα, πιδί μ’».

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς
 

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.