18
Παρ, Ιαν

Το μεγαλύτερο Χριστουγεννιάτικο δώρο | Του Δ. Καλανδράνη

> Απόψεις

Μόλις άρχισε να ψιλοβρέχει, ο μικρός Γιαννάκης χώθηκε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας.

Έκανε διαολεμένο κρύο και τα χέρια του είχαν παγώσει. Φύσηξε τις παλάμες του για να ζεσταθούν και άρχισε να μετράει τα χρήματα που μάζεψε από τα κάλαντα. Το μέτρημα σταμάτησε στα 86 ευρώ. Ο μικρός δεν φάνηκε να είναι ικανοποιημένος.

Είχε ξεκινήσει από νωρίς το πρωί και τώρα κόντευε εννιά το βράδυ. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτάκι και διάβασε μια διεύθυνση στο Κολωνάκι, ένα χιλιόμετρο περίπου από κει που βρισκόταν. Στο μεταξύ η βροχή ξανάρχισε αλλά ο μικρός δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Έτσι ξανάρχισε το περπάτημα και μέχρι να φτάσει στον προορισμό του έσταζε ολόκληρος. Λαχανιασμένος σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία που έψαχνε. Διάβασε στα κουδούνια το όνομα που γύρευε και πάτησε στο όνομα «Τζιρμιάς Ευάγγελος, καθηγητής παθολόγος». Μια φωνή  στο μεγάφωνο ρώτησε ποιος ήταν. «Εγώ ο Γιαννάκης» απάντησε τρέμοντας. 

Σε λίγα λεπτά φάνηκε ο καθηγητής στην είσοδο. Του άνοιξε την πόρτα και τον ρώτησε: «Τι γυρεύεις παιδί μου τέτοια ώρα;». Ο μικρός έτρεμε τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να απαντήσει. Ο καθηγητής τον σήκωσε και τον έβαλε στο ασανσέρ. Μόλις μπήκε στο ιατρείο του τον ξάπλωσε σε ένα καναπέ. Τον στέγνωσε και του έφτιαξε ένα τσάι περιμένοντας να συνέλθει λίγο. Μόλις άνοιξε τα μάτια του, τον έβαλε να καθίσει και του έδωσε να πιεί το τσάι και τον ρώτησε αν είναι άρρωστος.

Ο Γιάννης με μια κίνηση του κεφαλιού έγνεψε όχι. «Καλά που είχα δουλειά και με βρήκες στο ιατρείο μέρα που είναι» είπε ο γιατρός.

Τότε ο μικρός ξεθάρρεψε και άρχισε να του εξηγεί τον λόγο της επίσκεψής του. «Ο μπαμπάς μου είναι βαριά άρρωστος και τον άκουσα συνέχεια να λέει: «μόνο ο ιατρός Τζιρμιάς θα με κάνει καλά» και γι αυτό ήρθα».
- «Και γιατί δεν με κάλεσε να έρθω νωρίτερα;».
- «Γιατί δεν έχουμε χρήματα».

Ο καθηγητής κούνησε το κεφάλι του προβληματισμένος. Σε μια στιγμή είδε ένα τρίγωνο να εξέχει από το σακάκι του μικρού.
«Και ήρθες εδώ να μου πεις τα κάλαντα;».
- «Όχι. Ήρθα να σας πληρώσω για να έρθετε σπίτι μου. Μόνο που δεν μπόρεσα να μαζέψω τα 100 ευρώ που ζητάτε επίσκεψη». Με μια κίνηση έβγαλε από την τσέπη του τα 86 ευρώ σε κέρματα και τα ακούμπησε πάνω σε ένα τραπεζάκι. Με μάτια που ήταν έτοιμα να κλάψουν πρόσθεσε: «Λείπουν 14 ευρώ. Αν έρθετε, υπόσχομαι να τα φέρω μέχρι την άλλη εβδομάδα που θα πω τον Αϊ Βασίλη».

Ο γιατρός έμεινε άφωνος. Κάτι ήθελε να πει αλλά ένας κόμπος στο λαιμό τον εμπόδιζε. «Πόσο χρονών είσαι;» τον ρώτησε. «Έντεκα».
«Γιάννη είσαι ένα εξαιρετικά φιλότιμο και ευαίσθητο παιδί. Οι γονείς σου πρέπει να είναι υπερήφανοι για σένα». Βαθιά συγκινημένος, έσκυψε και τον αγκάλιασε. «Έλα σήκω» του είπε. «Μάζεψε τα χρήματά σου και πάμε να δούμε τον μπαμπά σου». «Έτσι χωρίς να σας δώσω τα 14 ευρώ;». «Όχι χωρίς».

Όταν βγήκαν στον δρόμο, ο γιατρός κοίταξε τον ουρανό και ψιθύρισε: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ για το δώρο που μου έκανες. Είναι το μεγαλύτερο που έλαβα ποτέ τα Χριστούγεννα».

Δημήτρης Καλανδράνης