19
Τρι, Φεβ

eklogesmaios2019-(2).jpg

Αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής (Μέρος 7ο)

> Απόψεις

Οι πολυμελείς οικογένειες θεωρούνταν «ευλογία του Θεού», και τα πολλά παιδιά σε μια οικογένεια «ευτυχία», αφού επικρατούσε η άποψη ότι τα παιδιά στην οικογένεια τα «στέλνει ο Θεός», στον οποίο είχαν βαθιά πίστη και σ’ όλη τους τη ζωή ζητούσαν τη βοήθειά του.

Όταν έρχονταν μέρες που το τσουκάλι δεν έμπαινε στην παραστιά (τζάκι), γιατί η νοικοκυρά δεν είχε στο σπίτι κάτι για να μαγειρέψει, δεν έχαναν το θάρρος τους, ούτε την αισιοδοξία τους. Έκαναν τον  σταυρό τους και δόξαζαν το Θεό με την πίστη ότι: «Ο Θεός είναι μεγάλος και δεν θα τους αφήσει να χαθούν».

Πολλές φορές το γεύμα τους, περιοριζόταν σε κανένα κρεμμύδι, καμιά ελιά, λίγο ξερό ψωμί, ή λίγο ψωμί με ένα κομματάκι τυρί της άρμης που ήταν… λύσσα από το πολλή αλάτι και ένα ποτηράκι κρασί, που σχεδόν δεν έλειπε από κανένα γεύμα. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια μιας γριούλας: «Ιγώ πιδάτσ’ ιμ’, μ’ ένα γουν’δάτσ’ (γωνιδάκι) ψουμί (ψωμί) τσάι δυο δαχτ’λάτσα (δαχτυλάκια) κρασάτσ’ (κρασάκι) πορεύγουμαι (πορεύομαι, βολεύομαι)».

Οι πολύτεκνες οικογένειες αύξαναν τον πληθυσμό των Λευκών (στις αρχές της  10ετίας του 1920 είχε ξεπεράσει τους 2000 κατοίκους) και τα πολλά παιδιά έδιναν ζωή και κίνηση στο χωριό. Οι εκκλησίες του χωριού τις Κυριακές γέμιζαν από κόσμο και κάποτε υπήρχαν έξι παπάδες στις Λεύκες. Οι αίθουσες του δημοτικού σχολειού ήταν ασφυκτικά γεμάτες. Στα διαλείμματα βούιζε ο Ράμνος και στα δρομάκια του χωριού αντηχούσαν οι φωνές και τα γέλια τους. Και όλη η ή ύπαιθρος χαιρόταν, γιατί έβλεπε τόσο πολύ εργατικό δυναμικό να βρίσκεται, σαν τα μυρμήγκια, σε δράση, διαμορφώνοντας το άγονο έδαφος της ορεινής περιοχής των Λευκών σε καλλιεργήσιμη έκταση. Ακαλλιέργητο (χέρσο) έδαφος δε συναντούσε το μάτι του ανθρώπου. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της γεωργικής παραγωγής, η οποία με τη σειρά της συνέβαλλε στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων. Γι’ αυτό και επιδίωξη των ανθρώπων που παντρεύονταν ήταν η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση πολλών παιδιών.

Οι πολύτεκνες (πολυμελείς) οικογένειες αποτελούν τη σπονδυλική στήλη του έθνους, το οποίο στηρίζουν με προσωπικές θυσίες και στερήσεις και είναι εκείνες που διατηρούν την ισορροπία της φυσικής εξέλιξης του πληθυσμού μιας χώρας. Οι πολύτεκνες οικογένειες είναι οι «αιμοδότριες του έθνους». Αυτές αυξάνουν τον πληθυσμό της χώρας και αυτές προσφέρουν τα παιδιά τους στους αγώνες της πατρίδας για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της. Οι πολύτεκνες οικογένειες τροφοδοτούν την οικονομία της χώρας με εργατικά χέρια συμβάλλοντας στην ανάπτυξή της. Αυτές εξασφαλίζουν την επιβίωση και τη συνέχεια του έθνους μας, καθώς και τη διατήρηση της ελληνοχριστιανικής παράδοσης.

Σήμερα στην πατρίδα μας οι πολυμελείς οικογένειες είναι ελάχιστες. Ο πληθυσμός μειώνεται. Ο αριθμός των παιδιών στα σχολεία ελαττώνεται, η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, η γη δεν καλλιεργείται και τα χωριά ερημώνουν. Παλιότερα οι νέοι παντρεύονταν για να δημιουργήσουν οικογένεια με πολλά παιδιά. Δεν είχαν πρότυπο την καταναλωτική πολυτέλεια. Οι σύγχρονοι Έλληνες αναλώνονται στον καταναλωτισμό και την εφήμερη απόλαυση της ζωής. Οι νέες οικογένειες δεν κάνουν παιδιά, δε γίνεται αναπλήρωση των γενεών και ο πληθυσμός γερνάει. Η υπογεννητικότητα είναι μεγάλη και η πατρίδα μας έχει σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, με ότι αυτό συνεπάγεται για την πληθυσμιακή κατάσταση, την οικονομία, τα εθνικά θέματα κλπ. Οι σχετικές έρευνες των ειδικών είναι απογοητευτικές. Η υπογεννητικότητα και η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού της Ελλάδας είναι από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης. Το δημογραφικό πρόβλημα παίρνει εθνικές διαστάσεις και μαζί με την παρατηρούμενη μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον του ελληνικού Έθνους. Τη δυσοίωνη κατάσταση επιτείνει και η παρατηρούμενη τα τελευταία χρόνια ανεξέλεγκτη εισροή στη χώρα μας αλλόθρησκων προσφύγων και μεταναστών. Εάν η πολιτεία δε λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, και μάλιστα το ταχύτερον δυνατόν, σε λίγα χρόνια η χώρα μας θα καταντήσει κοινωνία γερόντων με συνεχώς μειούμενο πληθυσμό. Ο κίνδυνος είναι άμεσος και μεγάλος. Οι καιροί ου μενετοί!

Τελειώνοντας ετούτο το σημείωμά μου, ας μου επιτραπεί να προσθέσω κι εγώ μια ηρωική, αφανή, άγνωστη και ανώνυμη οικογένεια των Λευκών, που δεν ήταν πολύτεκνη αλλά που θεωρώ ότι αξίζει να την αναφέρω, γιατί η φτωχή αυτή οικογένεια αγωνίστηκε με αυταπάρνηση στη ζωή της -όπως και οι πολυμελείς οικογένειες που αναφέραμε- για να μεγαλώσει τα δύο αγόρια που της έστειλε ο Θεός.

Οι πολυμελείς οικογένειες θεωρούνταν «ευλογία του Θεού», και τα πολλά παιδιά σε μια οικογένεια «ευτυχία», αφού επικρατούσε η άποψη ότι τα παιδιά στην οικογένεια τα «στέλνει ο Θεός», στον οποίο είχαν βαθιά πίστη και σ’ όλη τους τη ζωή ζητούσαν τη βοήθειά του.

Όταν έρχονταν μέρες που το τσουκάλι δεν έμπαινε στην παραστιά (τζάκι), γιατί η νοικοκυρά δεν είχε στο σπίτι κάτι για να μαγειρέψει, δεν έχαναν το θάρρος τους, ούτε την αισιοδοξία τους. Έκαναν τον  σταυρό τους και δόξαζαν το Θεό με την πίστη ότι: «Ο Θεός είναι μεγάλος και δεν θα τους αφήσει να χαθούν».

Πολλές φορές το γεύμα τους, περιοριζόταν σε κανένα κρεμμύδι, καμιά ελιά, λίγο ξερό ψωμί, ή λίγο ψωμί με ένα κομματάκι τυρί της άρμης που ήταν… λύσσα από το πολλή αλάτι και ένα ποτηράκι κρασί, που σχεδόν δεν έλειπε από κανένα γεύμα. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια μιας γριούλας: «Ιγώ πιδάτσ’ ιμ’, μ’ ένα γουν’δάτσ’ (γωνιδάκι) ψουμί (ψωμί) τσάι δυο δαχτ’λάτσα (δαχτυλάκια) κρασάτσ’ (κρασάκι) πορεύγουμαι (πορεύομαι, βολεύομαι)».

Οι πολύτεκνες οικογένειες αύξαναν τον πληθυσμό των Λευκών (στις αρχές της  10ετίας του 1920 είχε ξεπεράσει τους 2000 κατοίκους) και τα πολλά παιδιά έδιναν ζωή και κίνηση στο χωριό. Οι εκκλησίες του χωριού τις Κυριακές γέμιζαν από κόσμο και κάποτε υπήρχαν έξι παπάδες στις Λεύκες. Οι αίθουσες του δημοτικού σχολειού ήταν ασφυκτικά γεμάτες. Στα διαλείμματα βούιζε ο Ράμνος και στα δρομάκια του χωριού αντηχούσαν οι φωνές και τα γέλια τους. Και όλη η ή ύπαιθρος χαιρόταν, γιατί έβλεπε τόσο πολύ εργατικό δυναμικό να βρίσκεται, σαν τα μυρμήγκια, σε δράση, διαμορφώνοντας το άγονο έδαφος της ορεινής περιοχής των Λευκών σε καλλιεργήσιμη έκταση. Ακαλλιέργητο (χέρσο) έδαφος δε συναντούσε το μάτι του ανθρώπου. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της γεωργικής παραγωγής, η οποία με τη σειρά της συνέβαλλε στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων. Γι’ αυτό και επιδίωξη των ανθρώπων που παντρεύονταν ήταν η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση πολλών παιδιών.

Οι πολύτεκνες (πολυμελείς) οικογένειες αποτελούν τη σπονδυλική στήλη του έθνους, το οποίο στηρίζουν με προσωπικές θυσίες και στερήσεις και είναι εκείνες που διατηρούν την ισορροπία της φυσικής εξέλιξης του πληθυσμού μιας χώρας. Οι πολύτεκνες οικογένειες είναι οι «αιμοδότριες του έθνους». Αυτές αυξάνουν τον πληθυσμό της χώρας και αυτές προσφέρουν τα παιδιά τους στους αγώνες της πατρίδας για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της. Οι πολύτεκνες οικογένειες τροφοδοτούν την οικονομία της χώρας με εργατικά χέρια συμβάλλοντας στην ανάπτυξή της. Αυτές εξασφαλίζουν την επιβίωση και τη συνέχεια του έθνους μας, καθώς και τη διατήρηση της ελληνοχριστιανικής παράδοσης.

Σήμερα στην πατρίδα μας οι πολυμελείς οικογένειες είναι ελάχιστες. Ο πληθυσμός μειώνεται. Ο αριθμός των παιδιών στα σχολεία ελαττώνεται, η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, η γη δεν καλλιεργείται και τα χωριά ερημώνουν. Παλιότερα οι νέοι παντρεύονταν για να δημιουργήσουν οικογένεια με πολλά παιδιά. Δεν είχαν πρότυπο την καταναλωτική πολυτέλεια. Οι σύγχρονοι Έλληνες αναλώνονται στον καταναλωτισμό και την εφήμερη απόλαυση της ζωής. Οι νέες οικογένειες δεν κάνουν παιδιά, δε γίνεται αναπλήρωση των γενεών και ο πληθυσμός γερνάει. Η υπογεννητικότητα είναι μεγάλη και η πατρίδα μας έχει σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, με ότι αυτό συνεπάγεται για την πληθυσμιακή κατάσταση, την οικονομία, τα εθνικά θέματα κλπ. Οι σχετικές έρευνες των ειδικών είναι απογοητευτικές. Η υπογεννητικότητα και η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού της Ελλάδας είναι από τις μεγαλύτερες της Ευρώπης. Το δημογραφικό πρόβλημα παίρνει εθνικές διαστάσεις και μαζί με την παρατηρούμενη μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον του ελληνικού Έθνους. Τη δυσοίωνη κατάσταση επιτείνει και η παρατηρούμενη τα τελευταία χρόνια ανεξέλεγκτη εισροή στη χώρα μας αλλόθρησκων προσφύγων και μεταναστών. Εάν η πολιτεία δε λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, και μάλιστα το ταχύτερον δυνατόν, σε λίγα χρόνια η χώρα μας θα καταντήσει κοινωνία γερόντων με συνεχώς μειούμενο πληθυσμό. Ο κίνδυνος είναι άμεσος και μεγάλος. Οι καιροί ου μενετοί!

Τελειώνοντας ετούτο το σημείωμά μου, ας μου επιτραπεί να προσθέσω κι εγώ μια ηρωική, αφανή, άγνωστη και ανώνυμη οικογένεια των Λευκών, που δεν ήταν πολύτεκνη αλλά που θεωρώ ότι αξίζει να την αναφέρω, γιατί η φτωχή αυτή οικογένεια αγωνίστηκε με αυταπάρνηση στη ζωή της -όπως και οι πολυμελείς οικογένειες που αναφέραμε- για να μεγαλώσει τα δύο αγόρια που της έστειλε ο Θεός.

Και όταν έφτασε η ώρα να τα χαρεί και να τα καμαρώσει νέους, λεβέντες πια, τότε τα πρόσφερε στην πατρίδα και θυσιάστηκαν, και τα δυο μαχόμενα στους αγώνες για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της. Το πρώτο στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και το δεύτερο στον εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949.

Η οικογένεια αυτή ήταν: Αθανάσιος (Θανάσης) Παντελαίος, Καλλιόπη σύζυγος το γένος (;). Τέκνα: 1. Ζαχαρίας, 2. Ιωάννης.

Ο Αθανάσιος ήταν γεωργός και ζούσε με την οικογένειά του στην εξοχική περιοχή Καμάρι της κοινότητας Λευκών. Η γυναίκα του Καλλιόπη, ήταν από τη Μήλο και ήταν πιο γνωστή ως «Μηλιά». Ο πρώτος γιος τους, ο Ζαχαρίας, υπηρετούσε κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 στο πολεμικό ναυτικό, ως δίοπος αρμενιστής στο υποβρύχιο «Πρωτεύς». Στις 29 Δεκεμβρίου 1940, το «Πρωτεύς», ευρισκόμενο σε περιπολία στην Αδριατική, βύθισε το ιταλικό μεταγωγικό «Sardegnia», στην είσοδο του κόλπου της Αυλώνας. Στη συνέχεια, το υποβρύχιο δέχτηκε επίθεση από ιταλικό πολεμικό πλοίο και βυθίστηκε αύτανδρο, παίρνοντας στον υγρό τάφο της Αδριατικής όλο του το πλήρωμα.

Λίγα χρόνια αργότερα δεύτερη συμφορά βρήκε την οικογένεια. Ο δεύτερος γιος τους, ο Γιάννης, που υπηρετούσε ως στρατιώτης στον ελληνικό στρατό, έπεσε πολεμώντας κατά τον εθνοκτόνο εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949, στο ύψωμα 1241 του Γράμμου.

Οι άτυχοι γονείς, ο Αθανάσιος με την Καλλιόπη, συντετριμμένοι και εξουθενωμένοι ψυχικά από την απώλεια και των δυο παλικαριών τους, αλλά υπερήφανοι για τον «υπέρ πίστεως και πατρίδος» θάνατό τους, έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους μόνοι, ταπεινά, σεμνά, καρτερικά, άσημοι και ανώνυμοι, χωρίς ποτέ να ζητήσουν κάτι από το κράτος ή από άλλους.

Θεός σ’ γχωρέσ’ τους.

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς