eklogesmaios2019-(2).jpg

Το έπος του 1940 | Του Ευαγ. Ν. Καστανιά

> Απόψεις

 Ένας γεράκος Λευκιανός που το όνομά του ήταν Αντώνης Ραγκούσης και το παρανόμι του Λαουτάρης, γεωργός το επάγγελμα, αφού ανάλωσε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του δουλεύοντας στα κτήματα του χωριού, και στα λατομεία και μεταλλεία της Αττικής (Λαύριο, Πεντέλη κ. ά.), αποφάσισε, μετά την αποκατάσταση των παιδιών του και την απώλεια της γυναίκας του, να αποσυρθεί από τη ζωή του χωριού και από τους ανθρώπους και να πάει να ζήσει κάπου απόμακρα. Κάπου που να έβρισκε ψυχική και πνευματική γαλήνη.


 

Έχτισε λοιπόν ένα σπιτάκι με ένα δωμάτιο σε μια πεζούλα του αμπελιού του, που βρισκόταν στην πλαγιά του λόφου λίγο έξω από το χωριό, δεξιά στο δρόμο που οδηγεί στις νοτιοδυτικές περιοχές των Λευκών (Αγιάσι, Φουρνιά, Πάτελα κλπ), και πήγε και εγκαταστάθηκε εκεί μοναχός του, για να ζήσει μακριά από τον θόρυβο και τη βοή του κόσμου, όσα χρόνια του χρωστούσε ακόμα ο Θεός. Και περνούσε τον καιρό του μέσα στη φύση, με ηρεμία, γαλήνη και ησυχία. Συντροφιά με τον άρχοντα της μέρας τον ήλιο, που έβγαινε απ’ την Αξά (Νάξο) και μετά από το ταξίδι του στον ουρανό, «βασίλευε» πίσω από το βουνό των Αγίων Πάντων. Τον αέρα, που καμιά φορά θύμωνε και «έπαιρνε τις πέτρες» κάνοντας επίδειξη της δύναμής του. Τη βροχή,  που άλλοτε ξεχνούσε για μήνες να ποτίσει τη γη κι άλλοτε «έπεφτε με το τουλούμι».

Τα σύννεφα, που με ποικιλία χρωμάτων, σχημάτων και μεγέθους σεργιάνιζαν στον ουρανό. Τις βροντές και τις αστραπές που κυριαρχούσαν στον ουράνιο θόλο. Τα πουλιά, που ομόρφαιναν την ατμόσφαιρα με τα χαρούμενα κελαδήματά τους. Τα ζωντανά πλάσματα του Θεού, ήμερα και άγρια, μικρά και μεγάλα, που περπατούσαν ή σέρνονταν στο έδαφος. Τα φυτά, που κάλυπταν τη γη και με τα χρώματά τους, ανάλογα με τις εποχές του χρόνου, δημιουργούσαν μοναδικής οπτικής απόλαυσης ζωγραφιές. Τον ουρανό, με τ’ άστρα και το φεγγάρι, που πολλές φορές τα απολάμβανε τη νύχτα και συλλογιζόταν το μυστήριο της δημιουργίας και της απεραντοσύνης του σύμπαντος. Και το ξύλινο βαρελάκι με κρασί από το αμπέλι του, που το είχε στο σπιτάκι και έπινε κανένα ποτήρι κρασάκι να παρηγορείται, να ξεχνά τα βάσανα που είχε περάσει και να πηγαίνουν κάτω τα φαρμάκια με τα οποία τον είχε ποτίσει η ζωή.

Στο χωριό κατέβαινε μόνο όταν ήθελε να κάνει τις αναγκαίες για το σπίτι προμήθειες. Τότε μάθαινε και όλα τα νέα του χωριού και του κόσμου. Νέα μάθαινε καμιά φορά και από γνωστούς και φίλους που περνούσαν από τον δρόμο για να πάνε στα κτήματά τους. Έτσι περνούσε τις μέρες του ο μπαρμπ’-Αντώνης, μέχρι που ένα φθινοπωρινό πρωινό, που το ημερολόγιο έδειχνε Δευτέρα 28 Οκτωβρίου του 1940, έφτασε στ’ αφτιά του με το αεράκι που ’ρχόταν από τις Λεύκες μεριά, ο ήχος από τις καμπάνες της Αγίας Τριάδας και των άλλων εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα. Του φάνηκε παράξενο.

Μήπως τ’ αφτιά του δεν ακούν καλά;  Αφουγκράστηκε με προσοχή και βεβαιώθηκε ότι πράγματι οι καμπάνες της Αγίας Τριάδας χτυπούσαν το μοναδικό στο είδος του «διπλοκάμπανο», σαν να ήθελαν να αναγγείλουν κάποιο σημαντικό χαρούμενο γεγονός. Μπήκανε ψύλλοι στ’ αφτιά του μπαρμπ’-Αντώνη.

Δευτεριάτικο, χωρίς να είναι εορτή και να χτυπούν οι καμπάνες; Περίεργο.

Κάτι του έλεγε πως κάποιο απροσδόκητο περιστατικό έχει συμβεί. Και ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό για να μάθει. Δεν μπορούσε να περιμένει. Πήρε λοιπόν την κατσαγριλένια μαγκούρα του κι αγάλ’ αγάλι τράβηξε τον δρόμο, που βρίσκεται δίπλα στην κοίτη του χειμάρρου, ο οποίος κατεβαίνει από την περιοχή Αγιάσι. Φτάνοντας στο χωριό ένα περίεργο βουητό τον καλωσόρισε, που όπως διαπίστωσε προερχόταν από την πρωτοφανή κίνηση που υπήρχε  στους δρόμους, στους οποίους είχαν ξεχυθεί όλοι οι κάτοικοι του χωριού, παιδιά, νέοι, γέροι, άντρες και γυναίκες, οι οποίοι έτρεχαν, φώναζαν, χειρονομούσαν, ζητωκραύγαζαν και τραγουδούσαν, σαν να γιόρταζαν κάποιο σπουδαίο γεγονός. Μερικοί κρατούσαν σημαίες τις οποίες κουνούσαν με ξέφρενο ενθουσιασμό αδιάκοπα, δεξιά και αριστερά.

Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου απορημένος και προσπαθούσε να μαντέψει τι ακριβώς συμβαίνει και σε τι οφειλόταν αυτή η τόσο υπερβολική χαρά του κόσμου, που περνούσε από ’μπρός του χωρίς κανείς να τον προσέξει. Τελικά, ένας νεαρός που τον γνώριζε τον είδε, και κατάλαβε  φαίνεται πως ο γέροντας δεν είχε ιδέα για τον λόγο αυτού του μεγάλου ξεσηκωμού του κόσμου. Κοντοστάθηκε, τον πλησίασε και του λέει: «Μπαρμπ’-Αντώνη δεν τα ’μαθες; Έχουμε πόλεμο. Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Ο στρατός μας πολεμά στην Αλβανία!».

«Πόλεμο; Οι Ιταλοί;» σιγοψιθύρισε, με τα τρεμάμενα χείλη του. Και το γέρικο κορμί του συγκλονίστηκε. Το μυαλό του θόλωσε. Τα πόδια του έτρεμαν. Κάθισε σε μια πεζούλα του δρόμου και ένιωσε δυο δάκρυα να βρέχουν το ρυτιδωμένο  του πρόσωπο. Ήτανε δάκρυα χαράς ή λύπης; Δεν ήξερε. «Ο Θεός να μας βοηθήσει», είπε από μέσα του και έκανε το σταυρό του.

Σηκώθηκε από την πεζούλα και του ήρθε η επιθυμία να ακολουθήσει στους δρόμους τον κόσμο και να φωνάξει κι αυτός μαζί του: «Ζήτω η Ελλάδα». Τα κουρασμένα του πόδια όμως δεν πήγαιναν. Τότε τράβηξε για το καφενείο του χωριού. Εκεί έμαθε, με όσες ειδήσεις έφταναν μέχρι το χωριό, για το πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα και πως φτάσαμε τελικά στον πόλεμο.


 

Καταπονημένος, σωματικά και ψυχικά, έφτασε στο σπιτάκι του, αφού έκανε διπλάσια ώρα για ν’ ανέβει τον ανηφορικό δρόμο από το χωριό μέχρι εκεί. Ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα του κρεβατιού του μήπως ο ύπνος τον ηρεμήσει από τις συγκινήσεις της μέρας. Ο ύπνος όμως δεν έλεγε να τον συντροφέψει. Ο νους του ταξίδευε, και σκηνές από τα περασμένα ξαναζωντάνευαν. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913, η Μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922, η υποχώρηση, η καταστροφή, η προσφυγιά, οι χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, και τώρα ο νέος πόλεμος, στριφογύριζαν στο κεφάλι του, όπως τα κοράκια στο ψοφίμι.

(Συνεχίζεται…)


 

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς



  

 Ένας γεράκος Λευκιανός που το όνομά του ήταν Αντώνης Ραγκούσης και το παρανόμι του Λαουτάρης, γεωργός το επάγγελμα, αφού ανάλωσε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του δουλεύοντας στα κτήματα του χωριού, και στα λατομεία και μεταλλεία της Αττικής (Λαύριο, Πεντέλη κ. ά.), αποφάσισε, μετά την αποκατάσταση των παιδιών του και την απώλεια της γυναίκας του, να αποσυρθεί από τη ζωή του χωριού και από τους ανθρώπους και να πάει να ζήσει κάπου απόμακρα. Κάπου που να έβρισκε ψυχική και πνευματική γαλήνη.


 

Έχτισε λοιπόν ένα σπιτάκι με ένα δωμάτιο σε μια πεζούλα του αμπελιού του, που βρισκόταν στην πλαγιά του λόφου λίγο έξω από το χωριό, δεξιά στο δρόμο που οδηγεί στις νοτιοδυτικές περιοχές των Λευκών (Αγιάσι, Φουρνιά, Πάτελα κλπ), και πήγε και εγκαταστάθηκε εκεί μοναχός του, για να ζήσει μακριά από τον θόρυβο και τη βοή του κόσμου, όσα χρόνια του χρωστούσε ακόμα ο Θεός. Και περνούσε τον καιρό του μέσα στη φύση, με ηρεμία, γαλήνη και ησυχία. Συντροφιά με τον άρχοντα της μέρας τον ήλιο, που έβγαινε απ’ την Αξά (Νάξο) και μετά από το ταξίδι του στον ουρανό, «βασίλευε» πίσω από το βουνό των Αγίων Πάντων. Τον αέρα, που καμιά φορά θύμωνε και «έπαιρνε τις πέτρες» κάνοντας επίδειξη της δύναμής του. Τη βροχή,  που άλλοτε ξεχνούσε για μήνες να ποτίσει τη γη κι άλλοτε «έπεφτε με το τουλούμι».

Τα σύννεφα, που με ποικιλία χρωμάτων, σχημάτων και μεγέθους σεργιάνιζαν στον ουρανό. Τις βροντές και τις αστραπές που κυριαρχούσαν στον ουράνιο θόλο. Τα πουλιά, που ομόρφαιναν την ατμόσφαιρα με τα χαρούμενα κελαδήματά τους. Τα ζωντανά πλάσματα του Θεού, ήμερα και άγρια, μικρά και μεγάλα, που περπατούσαν ή σέρνονταν στο έδαφος. Τα φυτά, που κάλυπταν τη γη και με τα χρώματά τους, ανάλογα με τις εποχές του χρόνου, δημιουργούσαν μοναδικής οπτικής απόλαυσης ζωγραφιές. Τον ουρανό, με τ’ άστρα και το φεγγάρι, που πολλές φορές τα απολάμβανε τη νύχτα και συλλογιζόταν το μυστήριο της δημιουργίας και της απεραντοσύνης του σύμπαντος. Και το ξύλινο βαρελάκι με κρασί από το αμπέλι του, που το είχε στο σπιτάκι και έπινε κανένα ποτήρι κρασάκι να παρηγορείται, να ξεχνά τα βάσανα που είχε περάσει και να πηγαίνουν κάτω τα φαρμάκια με τα οποία τον είχε ποτίσει η ζωή.

Στο χωριό κατέβαινε μόνο όταν ήθελε να κάνει τις αναγκαίες για το σπίτι προμήθειες. Τότε μάθαινε και όλα τα νέα του χωριού και του κόσμου. Νέα μάθαινε καμιά φορά και από γνωστούς και φίλους που περνούσαν από τον δρόμο για να πάνε στα κτήματά τους. Έτσι περνούσε τις μέρες του ο μπαρμπ’-Αντώνης, μέχρι που ένα φθινοπωρινό πρωινό, που το ημερολόγιο έδειχνε Δευτέρα 28 Οκτωβρίου του 1940, έφτασε στ’ αφτιά του με το αεράκι που ’ρχόταν από τις Λεύκες μεριά, ο ήχος από τις καμπάνες της Αγίας Τριάδας και των άλλων εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα. Του φάνηκε παράξενο.

Μήπως τ’ αφτιά του δεν ακούν καλά;  Αφουγκράστηκε με προσοχή και βεβαιώθηκε ότι πράγματι οι καμπάνες της Αγίας Τριάδας χτυπούσαν το μοναδικό στο είδος του «διπλοκάμπανο», σαν να ήθελαν να αναγγείλουν κάποιο σημαντικό χαρούμενο γεγονός. Μπήκανε ψύλλοι στ’ αφτιά του μπαρμπ’-Αντώνη.

Δευτεριάτικο, χωρίς να είναι εορτή και να χτυπούν οι καμπάνες; Περίεργο.

Κάτι του έλεγε πως κάποιο απροσδόκητο περιστατικό έχει συμβεί. Και ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό για να μάθει. Δεν μπορούσε να περιμένει. Πήρε λοιπόν την κατσαγριλένια μαγκούρα του κι αγάλ’ αγάλι τράβηξε τον δρόμο, που βρίσκεται δίπλα στην κοίτη του χειμάρρου, ο οποίος κατεβαίνει από την περιοχή Αγιάσι. Φτάνοντας στο χωριό ένα περίεργο βουητό τον καλωσόρισε, που όπως διαπίστωσε προερχόταν από την πρωτοφανή κίνηση που υπήρχε  στους δρόμους, στους οποίους είχαν ξεχυθεί όλοι οι κάτοικοι του χωριού, παιδιά, νέοι, γέροι, άντρες και γυναίκες, οι οποίοι έτρεχαν, φώναζαν, χειρονομούσαν, ζητωκραύγαζαν και τραγουδούσαν, σαν να γιόρταζαν κάποιο σπουδαίο γεγονός. Μερικοί κρατούσαν σημαίες τις οποίες κουνούσαν με ξέφρενο ενθουσιασμό αδιάκοπα, δεξιά και αριστερά.

Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου απορημένος και προσπαθούσε να μαντέψει τι ακριβώς συμβαίνει και σε τι οφειλόταν αυτή η τόσο υπερβολική χαρά του κόσμου, που περνούσε από ’μπρός του χωρίς κανείς να τον προσέξει. Τελικά, ένας νεαρός που τον γνώριζε τον είδε, και κατάλαβε  φαίνεται πως ο γέροντας δεν είχε ιδέα για τον λόγο αυτού του μεγάλου ξεσηκωμού του κόσμου. Κοντοστάθηκε, τον πλησίασε και του λέει: «Μπαρμπ’-Αντώνη δεν τα ’μαθες; Έχουμε πόλεμο. Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Ο στρατός μας πολεμά στην Αλβανία!».

«Πόλεμο; Οι Ιταλοί;» σιγοψιθύρισε, με τα τρεμάμενα χείλη του. Και το γέρικο κορμί του συγκλονίστηκε. Το μυαλό του θόλωσε. Τα πόδια του έτρεμαν. Κάθισε σε μια πεζούλα του δρόμου και ένιωσε δυο δάκρυα να βρέχουν το ρυτιδωμένο  του πρόσωπο. Ήτανε δάκρυα χαράς ή λύπης; Δεν ήξερε. «Ο Θεός να μας βοηθήσει», είπε από μέσα του και έκανε το σταυρό του.

Σηκώθηκε από την πεζούλα και του ήρθε η επιθυμία να ακολουθήσει στους δρόμους τον κόσμο και να φωνάξει κι αυτός μαζί του: «Ζήτω η Ελλάδα». Τα κουρασμένα του πόδια όμως δεν πήγαιναν. Τότε τράβηξε για το καφενείο του χωριού. Εκεί έμαθε, με όσες ειδήσεις έφταναν μέχρι το χωριό, για το πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα και πως φτάσαμε τελικά στον πόλεμο.


 

Καταπονημένος, σωματικά και ψυχικά, έφτασε στο σπιτάκι του, αφού έκανε διπλάσια ώρα για ν’ ανέβει τον ανηφορικό δρόμο από το χωριό μέχρι εκεί. Ξάπλωσε στο αχυρένιο στρώμα του κρεβατιού του μήπως ο ύπνος τον ηρεμήσει από τις συγκινήσεις της μέρας. Ο ύπνος όμως δεν έλεγε να τον συντροφέψει. Ο νους του ταξίδευε, και σκηνές από τα περασμένα ξαναζωντάνευαν. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913, η Μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922, η υποχώρηση, η καταστροφή, η προσφυγιά, οι χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, και τώρα ο νέος πόλεμος, στριφογύριζαν στο κεφάλι του, όπως τα κοράκια στο ψοφίμι.

(Συνεχίζεται…)


 

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς



  

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.