Παριανές Μνήμες: Αγέρανος – Αποκριάτικη Πάρος

Πάρος

Πανάρχαιος ελληνικός μικτός χορός των Κυκλάδων με μυθολογικές καταβολές, που σώζεται ακόμα στην Πάρο.

Η αρχαιότητα του Γέρανου λογίζεται πολύ βαθιά και αναφέρεται πρώτη φορά στον Πλούταρχο, ξεκινώντας από τις μουσικές τελετές, έχοντας στενή σχέση με την πρώτη κατοικία του ανθρώπου. Ο πρόγονος του Γέρανου ήταν χορός που απεικόνιζε τη σπηλιά. Αργότερα ο χορός χναρολογιέται στον μύθο του Κρητικού Λαβύρινθου και στη συνέχεια με κάποιες παραλλαγές εξακολουθεί να ζει ως Γέρανος.

Ένα τέτοιο χορό χόρεψαν, γυρίζοντας από την Κρήτη, στο ιερό νησί του Απόλλωνα τη Δήλο, ο Θησέας μαζί με τους νέους και τις νέες, που είχε σώσει από τον Μινώταυρο. Ο χορός παράσταινε την περιπλάνηση τους μέσα στο Λαβύρινθο. Περιελάμβανε κυματισμούς, αναδιπλώσεις, αναπτύξεις και ελικοειδείς στροφές, με ρυθμικά γυρίσματα και ξαναγυρίσματα, σαν μια μίμηση των πολύπλοκων στοών του Λαβύρινθου. Δηλαδή, η ουσία των σημερινών κινήσεων του χορού είναι ίδια με την παλιά.

Οι ρίζες του Αγέρανου στην Πάρο, πιθανολογούνται στους προϊστορικούς χρόνους, τότε που η Πάρος ήταν Μινωική αποικία. Κατά τις ανασκαφές του Δηλίου στην Πάρο, βρέθηκε κεραμικό πλακίδιο της γεωμετρικής περιόδου, στο οποίο εικονίζονται άνδρες γυμνοί ορχούμενοι τον αγέρανο. Ο Γέρανος λοιπόν ήταν ένας λαβυρινθικός χορός, που διασώθηκε στους αιώνες και χορεύεται χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων.

Οι χορευτές, με αργό ρυθμό, κάνουν τρία βήματα προς τα δεξιά και ένα, έπειτα, προς τα αριστερά, ενώ ο καθένας στηρίζει τα χέρια του στον ώμο του συγχορευτή του και περιφέρονται. Ο κορυφαίος του χορού άλλοτε άνδρας και άλλοτε γυναίκα, αρχίζει με ορισμένους στίχους των τραγουδιών, που στη συνέχεια επαναλαμβάνονται από τα μετέχοντα πρόσωπα του χορού. Το ρεφραίν έχει γρηγορότερο ρυθμό και επαναλαμβάνεται δυο φορές. Παλαιότερα ο χορός βαστούσε αρκετή ώρα και ίσως δινόταν ο χρόνος να ετοιμάσουν διάφορα δίστιχα κατάλληλα στην περίσταση και στα πρόσωπα που παρευρίσκονταν. Με αφορμή τον Αγέρανο στην Πάρο, έχει δημιουργηθεί ολόκληρη λαϊκή ποίηση. Χρόνια πολλά ο κάθε χορευτής, η κάθε χορεύτρια συνέθεταν τα δίστιχα τους. Τραγούδια μεγάλα, δίστιχα ατελείωτα, που δημιουργήθηκαν εξαιτίας αυτού του χορού.

 

Συνήθως άρχιζε:

Άρχισε γλώσσα μου άρχισε

τραγούδια ν’ αραδιάζεις

και την καλή παρέα μας

να την διασκεδάζεις.

Τούτη η γη που την πατούμε

όλοι μέσα θε να μπούμε.

Και το αηδόνι που λαλεί

στην πέρα πρασινάδα

και λέει τα τραγούδια του

με τόση νοστιμάδα.

Να’ μουνα στη γης βελόνι

να πατάς να σ’ αγκυλώνει.

Αυτό το αχ δεν το’ ξερα

πότες να το φωνάξω

και τώρα δεν περνά στιγμή

να μην αναστενάξω.

Άχου βάχου μέρα νύχτα

μ’ έφαγε ο καημός και η πίκρα.

Παναγιά μου από την Πάρο

κείνον που αγαπώ θα πάρω.

Παναγιά μου και Χριστέ μου φύλαγε το μενεξέ μου.

Απ’ όλα τα νησάκια μας ένα είναι που μ’ αρέσει,

που ‘χει την Καταπολιανή μες στης Παροικιάς τη μέση.

 

Συνεχίζεται…

 

Πηγές: 1.«Λαογραφικά Θέματα» της Δήμητρας Σοφιανού, από την «Ιστορία της Πάρου και Αντιπάρου». 2. Αρχείο Μαούνη Α. Χριστόδουλου

 

Χριστόδουλος Α. Μαούνης