Η αμπελουργία στις Λεύκες (Μέρος 6ο) | Toυ Ευγ. Ν. Καστανιά

Περιβάλλον

Η θέση που έπαιρναν οι εργάτες στις λωρίδες ήταν ανάλογη με την ηλικία, την ικανότητα στο σκάψιμο, την αντοχή τους κλπ.

Η θέση που έπαιρναν οι εργάτες στις λωρίδες ήταν ανάλογη με την ηλικία, την ικανότητα στο σκάψιμο, την αντοχή τους κλπ.

Στη μέση έμπαιναν συνήθως, οι δυνατοί εργάτες.

Το χώμα που έφερνε στην επιφάνεια κατά το σκάψιμο η αξίνη, σκέπαζε τα γεωργικά παπούτσια (ειδικής κατασκευής από τους τσαγκαράδες / υποδηματοποιούς του χωριού) που φορούσαν οι εργάτες, ώστε όταν κατά το σκάψιμο προχωρούσαν οι εργάτες, το χώμα να πέφτει από τα παπούτσια τους και να σκεπάζει τα ίχνη των πατημάτων τους. Όταν το έδαφος του αμπελιού ήταν επικλινές, οι εργάτες κατά το σκάψιμο, προσπαθούσαν να τραβούν με την αξίνη το χώμα, προς την ανηφορική μεριά του αμπελιού, για να μη διολισθαίνει προς το κατηφορικό μέρος και παρασύρεται από το νερό της βροχής, αδυνατίζοντας το έδαφος της πεζούλας.

Όταν ο ήλιος ανέβαινε κανένα κονταρόξυλο στον ουρανό, γινόταν μικρή διακοπή για ένα σύντομο γεύμα (πρόγευμα), που το έλεγαν και κολατσό ή κολακιό (από το ιταλ. colazione). Οι εργάτες κάθονταν καταγής, άνοιγαν τα δισάκια, στα οποία συχνά εύρισκαν απρόσκλητους επισκέπτες όπως μυρμήγκια κ.ά., και έβαζαν στο στόμα τους ό,τι υπήρχε στο δισάκι (συνήθως, ψωμί με ελιές, τυρί της άρμης, αβγό βρασμένο σφιχτό), έπιναν κι ένα κρασάκι από το φλασκάκι για να στυλωθούν, και οι θεριακλήδες «έκαναν» το στριφτό τους τσιγάρο.

Συνέχιζαν μετά το σκάψιμο, μέχρι να ακουστεί ο ήχος της μεγάλης καμπάνας της Αγίας Τριάδος, που χτυπούσε κάθε μέρα δώδεκα φορές, στις δώδεκα το μεσημέρι και ακουγόταν σε όλη την περιοχή των Λευκών, αναγγέλλοντας ότι είναι ώρα για το μεσημεριανό φαγητό. Τότε σταματούσαν το σκάψιμο και κάθονταν για το μεσημεριανό φαγητό. Η διάρκεια της διακοπής για το μεσημεριανό φαγητό ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του κολατσού και η τροφή ήταν πλουσιότερη (συχνά και με μαγειρεμένο φαγητό). Το απόγευμα  γινόταν, όχι πάντα, άλλη μια μικρή διακοπή για να πάρουν οι εργάτες μια ανάσα και ένα πρόχειρο φαγητό, που το έλεγαν μερέντ’ (μερέντι, από το λατιν. Merenda). Πολλές φορές οι εργάτες, κατά τα γεύματά τους, άπλωναν στο έδαφος τα δισάκια τους ή πετσέτες (πεκέτες) και τοποθετούσαν επάνω τα τρόφιμά τους, ώστε να έχουν την ευχέρεια να τρώνε όλοι από όλα. Από τα γεύματα δεν έλειπε, συνήθως, το σκόρδο ή το κρεμμύδι (κρομμύδ’).

Το σκάψιμο εκτός από μεγάλη δύναμη και αντοχή (μυϊκή δύναμη στα χέρια, γερά μπράτσα όπως έλεγαν, ευλύγιστη μέση, γερά πνευμόνια), απαιτούσε και προσοχή για να μην προκληθούν τραυματισμοί των εργατών ή ζημιές στις ρίζες των κλημάτων, ούτε και καταστροφή των «ματιών» (οφθαλμών) που υπήρχαν στις κληματόβεργες. Το έδαφος των αμπελιών ήταν συνήθως σκληρό, γιατί οι βροχές ήταν λίγες, και είχε πολλά χαλίκια. Ο εργάτης για να το σκάψει, έπρεπε να σηκώνει από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, τη βαριά σιδερένια αξίνη και να την κατεβάζει χτυπώντας με δύναμη το έδαφος, καμιά φορά και δυο και τρεις φορές στο ίδιο σημείο, όταν το έδαφος ήταν πολύ σκληρό ή είχε πολλά χαλίκια (μικρές πέτρες). Όταν η αξίνη χτυπούσε σε χαλίκι, έβγαιναν συχνά σπίθες, ή το χαλίκι τιναζόταν, καμιά φορά, με δύναμη σε αρκετή απόσταση από το σημείο που βρισκόταν. Και όταν το χαλίκι ήταν μεγάλο υπήρχε κίνδυνος, σε περίπτωση που ο εργάτης κρατούσε χαλαρά το στειλιάρι, να φύγει από τα χέρια του η αξίνη και να τραυματιστεί ο ίδιος ή άλλος εργάτης. Το σκάψιμο σε σκληρό έδαφος προκαλούσε, όπως ήταν φυσικό, καθυστέρηση στην εργασία, μεγαλύτερη κόπωση στον εργάτη και γρηγορότερη φθορά στις αξίνες.

(Συνεχίζεται…)

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.