eklogesmaios2019-(2).jpg

Παριανές Μνήμες | Μασκαρέματα

> Απόψεις

 

Τα αποκριάτικα έθιμα αναβιώνουν κατά βάση την ημερολογιακή περίοδο από το «Τριώδιο» που αρχίζει την Κυριακή του «Τελώνη και Φαρισαίου», διανύει την Κυριακή του «Άσωτου Υιού», την Κυριακή της «Απόκρεω» και φτάνει στην ολοκλήρωσή του την Κυριακή της «Τυρινής» ή «Τυροφάγου».

 

Τα αποκριάτικα έθιμα αναβιώνουν κατά βάση την ημερολογιακή περίοδο από το «Τριώδιο» που αρχίζει την Κυριακή του «Τελώνη και Φαρισαίου», διανύει την Κυριακή του «Άσωτου Υιού», την Κυριακή της «Απόκρεω» και φτάνει στην ολοκλήρωσή του την Κυριακή της «Τυρινής» ή «Τυροφάγου».

Βαθιά ριζωμένα στη λαϊκή παράδοση του τόπου, τα έθιμα αυτά των αρχαίων χρόνων  αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας ζωής, προσελκύοντας το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων.

Στα χρόνια της γιαγιάς μου που δεν υπήρχαν αποκριάτικα αξεσουάρ, η μασκαριά γίνονταν με εφευρετικό τρόπο. Τότε όπως είναι γνωστό μαγείρευαν στα ξύλα. Έτσι λοιπόν έπαιρναν καπνιά από το μαύρο το καζάνι και μουτζούρωναν πρόσωπα, χέρια και ό,τι άλλο είχαν στο μυαλό τους. Άλλοι πάλι αλευρωνόντουσαν ταυτόχρονα.

Αποκριάτικα αξεσουάρ της εποχής εκείνης ήταν: κάπες, αμπέχονα, μισοφόρια, ρόμπες, βράκες, κάλτσες για γάντια, καλτσών για το πρόσωπο, τραγιάσκες, κουρελούδες, φλοκάτες, μαξιλάρια για καμπούρες και κοιλιές, και ότι έβρισκαν μπροστά τους. Οι μαγκούρες και τα καλάμια στα χέρια ήταν απαραίτητα για στειλιαριές και για να κάνουν φασαρία χτυπώντας τες στο διάβα τους.

Μόνο οι ενήλικες ντύνονταν και κυκλοφορούσαν σε μικρές ομάδες, για να χωράνε στα κατώγια που έμπαιναν ξαφνικά μ’ ένα άνοιγμα της πόρτας, μιας και δεν τις κλείδωναν τότε. Μπαίνοντας στο σπίτι γίνονταν χαμός γέλια, φωνές, τραγούδια, πειράγματα, λίγο χορό και συνέχιζαν στο επόμενο σπίτι, χωρίς να ξεμασκαρευτούν.

Όλοι, τους περίμεναν για να γελάσουν, να προσπαθήσουν να τους γνωρίσουν και να δεχτούν τα πειράγματα τους. Όσοι προσπαθούσαν να ξεμασκαρέψουν κάποιον από την ομάδα, ε τότε, έπεφτε η μαγκουριά! Τα παιδιά έτρεχαν από πίσω τους οχλαγωγώντας, αλλά πάντα σε απόσταση γιατί είχαν και το φόβο τους.    

Στο τελευταίο σπίτι που είχαν προγραμματίσει να επισκεφτούν εκεί ξεμασκαρεύονταν  και ακολουθούσε κέρασμα, γλέντι με τσαμπούνες και ντουμπάκια και φυσικά «Αγέρανος»!

«Μια γριά ασκημομούρα, κατσουφλιάρα και καμπούρα,

τα κορίτσια τη γελούσαν και την’ε περιφρονούσαν.

Άνδρα ήθελ’ η καρδιά της, μ’ όλα τα γηράματά της.

Βρε γριά ασκημομούρα, στραβοκάνα και καμπούρα

θα σε δέσουμε στο στύλο να σε σπάσουμε στο ξύλο.

Σιωπή βρε κατηραμένα, ξεκουμπίζεστ’ από ’μένα.

Κι αν ψυχομαχώ στο στρώμα, άντρα θα γυρεύ’ ακόμα».

(Αγέρανος των Απόκρεω, από το βιβλίο του Μανόλη Αντ. Χανιώτη «Παραδοσιακή Μουσική Πάρου», 1996).

Δεν έλειπαν φυσικά και οι σάτιρες και αργότερα οι διακωμωδίες φυσιογνωμιών της Πάρου, είτε λόγω επαγγέλματος (π.χ. δάσκαλος, γιατρός), είτε λόγω περίεργης εμφάνισης  ή συμπεριφοράς(π.χ. ενδυματικής εμφάνισης, μέθης), είτε ακόμα και λόγω σωματικού προβλήματος (π.χ. κουτσός, κουλός).

- Τι έχεις ντυθεί Αντώνη; - Ντύθηκα «Αχυρένιος!».

- Εγώ ντύθηκα «Ντεκόλ!». - Εγώ «Καμπούρης!».

- Εγώ «Διογένης!» – Εγώ «Αντωνίνα!».

- Εγώ «Φοινικώ!».

Οι πιο καλλιτέχνες παρουσίαζαν και μικρά δρώμενα όπως: ξεγεννήσεις, εξομολογήσεις, παντρειές, μέχρι και κηδείες!

Κι όλα αυτά αυτοσχέδια μέσα από την καθημερινότητα τους, το μόνο που έπρεπε να έχουν ήταν μόνο κέφι.

Όταν άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες στολές, η αγαπημένη όλων των αγοριών ήταν ο «Σερίφης», ο καουμπόης, ο ινδιάνος και για τα κορίτσια ινδιάνα, κολομπίνα, πιερότος, βλάχα, τσιγγάνα, γριά κ.α.

Οι περισσότερες στολές ήταν αυτοσχέδιες και χειροποίητες και όσο αφορά το βάψιμο… Γινόταν μ’  ένα κάρβουνο.

Αξέχαστες αναμνήσεις από τα αποκριάτικα πάρτι που διοργάνωναν για τα σχολεία στην αίθουσα του ζαχαροπλαστείου «Παντελαίος» και στην αίθουσα του εστιατορίου «Ευκάλυπτος». Στα πάρτι αυτά όλη η φασαρία ήταν να βγούμε φωτογραφία από τους Αχιλλέα Καρατζά και Μανώλη Σκανδάλη, φωτογράφους της εποχής και μετά το σκάγαμε για να παίξουμε καουμπόηδες και ινδιάνοι, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία της ενδυμασίας. Η προετοιμασία για το τι θα ντυθούμε ξεκινούσε με το άνοιγμα του Τριωδίου. Κλάματα και γκρίνιες για να προλάβουμε να πάρουμε κάποιο αποκριάτικο αξεσουάρ από τα λιγοστά που έφερναν τα ψιλικατζίδικα – παιχνιδάδικα, του Δημήτρη και Γιώργου Μαύρη (Μαλιαρή), του Τάσου Μερτζάνη (παιχνιδούπολη), του Τάσου Χερουβήμ (Λούγη), του Αρσένη Σαρρή, του Ευάγγελου Καπούτσου, κ.α.  Καπέλο, πιστόλι με τρακάκια και θήκη, αστέρι, στέμμα, μάσκες πλαστικές, άμα δεν προλάβαινες φτερά ινδιάνου έβαζες κοκόρου.

Δειλά δειλά έκαναν την εμφάνιση τους οι λαστιχένιες μάσκες, οι περούκες και ποιο εξειδικευμένα αξεσουάρ, καθώς και άλλες στολές της εποχής εκείνης.


 

Χριστόδουλος Α. Μαούνης

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.