eklogesmaios2019-(2).jpg

Παριανές Μνήμες: Ο χρόνος τρέχει σα νερό

> Απόψεις

Αχ! πώς θα μαγειρέψω, θα μείνουν άπλυτα τα ρούχα, πώς θα κάνω μπάνιο και πόσα άλλα. Σήμερα μια ξαφνική διακοπή νερού μας αναστατώνει.

Αχ! πώς θα μαγειρέψω, θα μείνουν άπλυτα τα ρούχα, πώς θα κάνω μπάνιο και πόσα άλλα. Σήμερα μια ξαφνική διακοπή νερού μας αναστατώνει.

Όταν μας ειδοποιήσουν για τη διακοπή αρχίζουμε να γεμίζουμε λεκάνες, μπουκάλια, κατσαρόλες για να έχουμε σε ώρα ανάγκης και όταν έρθει το νερό τα αδειάζουμε άσκοπα στο νεροχύτη. Τις άλλες εποχές, τότε που δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης και μάζευαν το νερό με το σταγονόμετρο, το νερό χρησιμοποιούνταν ξανά και ξανά. Μια τενεκεδένια βρύση κρεμασμένη στον τοίχο με θήκη για το σαπούνι να πλενόμαστε, κι από κάτω πάνω σε πεζουλάκι, μια λεκάνη να πέφτουν τα βρώμικα νερά, τα οποία για λόγους οικονομίας τα ρίχναμε στον αποχωρητήριο, που ήταν εκτός σπιτιού.

Αλλά και το μπάνιο κάθε Σάββατο μέσα στη σκάφη και γύρω-γύρω λεκανάκια για να μην πάει σταγόνα χαμένη από το νερό που είχε ζεστάνει η μάνα στα ξύλα. (Δε θα ξεχάσω το πράσινο σαπούνι που ήταν σαν τούβλο στο κεφάλι το κοντοκουρεμένο, μέχρι να στρογγυλέψει πέρναγα μαρτύριο και καμιά ξώφαλτση στην κεφαλή από το τσίγκινο το κύπελλο, για να κάθομαι φρόνημα, όταν με ξέβγαζε από τα σαπούνια). Τα νερά αυτά μαζί με τα άλλα του ξενερίσματος των ρούχων, φυλάσσονταν για να ξαναχρησιμοποιηθούν στο αποχωρητήριο, ενώ από το ξενέρισμα των τροφίμων για πότισμα.

Το νερό αν δεν είχες δικό σου πηγάδι, το κουβαλούσες από τα συνοικιακά πηγάδια ή τις βρύσες. Το νερό των πηγαδιών δεν ήταν κατάλληλο για πόση, γιατί περιείχε πολλά άλατα και ήταν και μολυσμένο, μιας και με τους βόθρους ήταν «συγκοινωνούντα δοχεία». Επίσης, ήταν σκληρό και δυσχέραινε την πλύση των ρούχων. Οι νοικοκυρές, σοφίζονταν χιλιάδες τρόπους για να τα ξεγαριάσουν. Τα απορρυπαντικά της εποχής εκείνης, εκτός από τα σαπούνια, πράσινο και άσπρο, το βασικότερο ήταν η αλισίβα. Χωρίς αλισίβα τα ρούχα δεν καθάριζαν, ειδικά τα ασπρόρουχα. Η αλισίβα, ήταν στάχτη χωνεμένη, την οποία έπαιρναν από το φούρνο ή απ’ τα μαγκάλια που έκαιγαν για τη θέρμανση του σπιτιού. Την κοσκίνιζαν σε ψιλή σήτα και την έβαζαν σε μια σακούλα άσπρη καποτένια, την οποία κρεμούσαν μέσα στο καζάνι που ζέσταιναν το νερό για τη μπουγάδα. Ή την έβραζαν χωριστά, άφηναν να κατακάτσει η στάχτη και μετά το νερό αυτό το σούρωναν, και το έριχναν στη σκάφη, σε μικρή ποσότητα γιατί ήταν ισχυρή και ξεφλούδιζε τα χέρια. Μαλάκωνε το νερό και έκαμε τα ασπρόρουχα να λάμπουν. Το χειμώνα ήταν πιο εύκολο, γιατί χρησιμοποιούσαν το νερό της βροχής, που μάζευαν από τις αύκουλες.

Όλα τα σπίτια, κάτω απ’ τις υδρορροές είχαν ένα μεγάλο βαρέλι για το σκοπό αυτό και ήταν πάντα γεμάτο και σκεπασμένο. Το βρόχινο είναι μαλακό νερό (πολύ μικρή σκληρότητα), χωρίς άλατα. Αυτό το κάνει άριστο στην μαγειρική, το φαγητό και ειδικά τα όσπρια βράζουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα. Το σαπούνι διαλύεται επίσης ευκολότερα διευκολύνοντας το πλύσιμο των ρούχων, στα μαλλιά δίνει στιλπνότητα και μεταξένια υφή, όμως είναι ακατάλληλο για πόσιμο.

Το νερό απ’ τα πηγάδια εξυπηρετούσε για την καθημερινή λάτρα του σπιτιού, το πότισμα των λουλουδιών, των λαχανόκηπων και όλες οι οικοδομές της εποχής εκείνης κτίζονταν με τη δύσκολη άντληση του νερού απ’ τα πηγάδια.

Τα χοντρά ρούχα, στρωσίδια, καρπέτα, κλινοσκεπάσματα κλπ πλένονταν στις γούρνες πάνω στις μεγάλες πλάκες, οι οποίες είχαν γίνει κάτασπρες και γυαλιστερές απ’ το πολύ κοπάνισμα που έτρωγαν κατά το πλύσιμο των ρούχων. Όταν περνούσες από εκεί άκουγες το ρυθμικό κτύπημα του κόπανου. Για το πλύσιμο στη σκάφη υπήρχε και η ξύλινη πλύστρα που μετέπειτα αντικαταστήθηκε με τσιμεντένια γούρνα από μωσαϊκό με πλύστρα ενσωματωμένη και αποχέτευση, στο πλυσταριό της ταράτσας κάθε νεόκτιστου σπιτιού.

Παλαιά οι βρύσες, τα πηγάδια, οι γούρνες, ήταν το στέκι των γυναικών. Εκεί μοιράζονταν τα νέα του χωριού, γίνονταν προξενιά, γνωριμίες, τραγούδια και χαχανητά! Επισκέπτονταν καθημερινά για να κουβαλήσουν φρέσκο νερό στο σπίτι. Και οι άνδρες όμως πήγαιναν τακτικά στο πηγάδι, για να ξεδιψάσουν τα ζώα και να ποτίσουν τους κήπους. H πηγή ήταν ένα μέρος που είχε πάντοτε επισκέπτες. Ήταν ένας βασικός χώρος για όλους τους κατοίκους. Ήταν σημείο συνάντησης μέσα στην ημέρα και μικρής χαλάρωσης από τη κούραση της δουλειάς.

Με το που ήρθε το νερό στο σπίτι μας, κοιτάξαμε τη βολή μας. Το πηγάδι του κήπου το κλείσαμε και το κάναμε βόθρο. Το πηγάδι αυτό που μας δρόσιζε πίνοντας νερό κατευθείαν από τον κουβά ή το λάστιχο του ποτίσματος, το πηγάδι αυτό που μας φόβιζε μικρούς μην τυχόν και μας ρουφήξει μέσα η ρουφήχτρα.

Ο χρόνος τρέχει σα νερό, οι εποχές αλλάζουν και οι άνθρωποι προσαρμόζονται στις νέες καταστάσεις. Όμως η ιστορία έχει καταγραφεί και δεν αλλάζει.

Χριστόδουλος Α. Μαούνης

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.