Η αμπελουργία στις Λεύκες (Μέρος 4ο) | Toυ Eυγ. N. Κaστaνιά

> Απόψεις

Οι περίοδοι του τρύγου και της λειτουργίας των ρακιδειών, κατείχαν σπουδαία θέση στη ζωή των Λευκών.

Σημαντικότερη ήταν η περίοδος του τρύγου, όπου παρουσιάζονταν γενική κινητοποίηση των κατοίκων για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν.

Οι εργασίες άρχιζαν με την προετοιμασία των ξύλινων βαρελιών (πλύσιμο, απολύμανση), τη συγκέντρωση και τον καθαρισμό των αναγκαίων σκευών, των ειδικών μαχαιριών (σουγιάδων) με την καμπυλωτή λεπίδα, των καλαθιών, των κοφινιών, των τουλουμιών, των χωνιών, των παλιατσών, των κρατουνιών, των τουλουμιών κλπ τον ευπρεπισμό και το γαλάχτισμα (ασβέστωμα) των πατητηριών, των πιθολιών και των γύρω από αυτά χώρων και συνεχιζόταν μέχρι την ημέρα του τρύγου, που όλοι οι κάτοικοι βρίσκονταν σε εγρήγορση. Και η παλιά παροιμία: «θέρος, τρύγος, πόλεμος», έβρισκε την εφαρμογή της.

Η στιγμή που στα ρακοκάζανα των ρακιδειών άναβε η φωτιά για την παραγωγή της τσικουδιάς, ήταν ξεχωριστή και σε πολλές περιπτώσεις έπαιρνε γιορταστικό χαρακτήρα. Οι κάτοικοι μαζεύονταν στα ρακιδειά, ιδιαίτερα τις βροχερές μέρες που δεν μπορούσαν να δουλέψουν στα κτήματά τους, έψηναν, στα κάρβουνα και τη χόβολη, πατάτες, κρεμμύδια (κρομ’δγιά), καραβόλους (καραβόλι /μεγάλα σαλιγκάρια), γλυκοπατάτες, ξερό χταπόδι, λιαστές μαρίδες, αμανίτες (μανιτάρια/ αγκαθίτες, γλυστρίτες, λαρδαμανίτες) κ.ά. και τρώγοντάς τα, δοκίμαζαν, σε όλες τις φάσεις της απόσταξης, το νέο προϊόν, το αλκοολούχο ποτό, που έπεφτε σταγόνα - σταγόνα από το σωλήνα του αποστακτήρα, μέσα σε μια ευχάριστη ατμόσφαιρα, με διασκεδαστικές ιστορίες, αθώα πειράγματα και πολύ κέφι.

Φάρμακα δεν έριχναν στα βαρέλια με τον μούστο οι Λευκιανοί και μερικές φορές ο μούστος ξίνιζε, και αντί για κρασί γινόταν ξίδι, που ήταν μεν αρίστης ποιότητας και απαραίτητο στη ζωή τους, αλλά η αμοιβή του γεωργού δεν ανταποκρινόταν στην εργασία και τον κόπο που κατέβαλε όλο το χρόνο, γιατί ήταν ελάχιστη. Κατά το τέλος του Οκτωβρίου, στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου συνήθως, οι Λευκιανοί έκαναν τα «κρασανοίξια». Άνοιγαν δηλαδή τα βαρέλια και με τη συνοδεία μεζέδων, δοκίμαζαν το νέο τους κρασί, το γιοματάρι (γιοματάρ’). Κάθε οικογένεια είχε το βαρέλι της, με κρασί από το δικό της αμπέλι. Και στο τραπέζι της κουζίνας, σε όλα σχεδόν τα σπίτια, υπήρχε ένα λαήνι (πήλινο δοχείο) με κρασί, σκεπασμένο με καθαρή πετσέτα της κρεβαταριάς (αργαλειού), γιατί κρασί έπιναν σε όλα τους τα γεύματα (ακόμα και στο πρωινό) και με κρασί κερνούσαν κάθε επισκέπτη. Η απόλαυση του κρασιού μαζί με κάθε γεύμα, ήταν μια παγιωμένη συνήθεια στην καθημερινότητα των Λευκιανών, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτό ήταν δική τους παραγωγή.

Γενικά οι Λευκιανοί, έπιναν αρκετό κρασί κυρίως για να «στυλωθούν» όπως έλεγαν, και να ανταπεξέλθουν στις σκληρές χειρωνακτικές εργασίες που έκαναν, αλλά και για «να πηγαίνουν κάτω τα φαρμάκια» και «να ξεχνούν τα βάσανα της ζωής». Καμιά φορά, ιδίως στα πανηγύρια και τις εορτές, έκαναν κατάχρηση υπερβαίνοντας τα όρια της αντοχής τους. Πολλές φορές, ιδίως οι μεγάλοι σε ηλικία, έτρωγαν για πρωινό φαγητό, παξιμάδι ή ψωμί (το οποίο τις περισσότερες φορές ήταν ξερό, αφού οι νοικοκυρές ζύμωναν μια φορά την εβδομάδα), βουτηγμένο σε ένα ποτήρι με κρασί, θυμίζοντας το «ακράτισμα» των προγόνων μας.

Όταν το κρασί στο βαρέλι πλησίαζε στο τέλος του, το έλεγαν «σώσμα» και τα κατακάθια του, που καταστάλαζαν στον πυθμένα (πάτο) του, τα έλεγαν γύλη (γύλι), την οποία στράγγιζαν σε σακούλες και το κρασί που έβγαινε το έλεγαν «ορνέλα». Δεν ήταν βέβαια αρίστης ποιότητας κρασί αλλά… «στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι». Μετά το στράγγισμα, έπλαθαν τη γύλη σε μικρές μπάλες τις οποίες ξέραιναν στον ήλιο και, είτε τις πουλούσαν σε εμπόρους είτε τις χρησιμοποιούσαν για να παράγουν τσικουδιά (τσίπουρο), με απόσταξη στο Ρακιδειό.

Το Λευκιανό κρασί φημιζόταν σαν ένα από τα καλύτερα της Πάρου, τόσο για τη γεύση του όσο και για το άρωμα και για το χρώμα του, και είχε κερδίσει επαίνους σε εκθέσεις κρασιών. Το χρώμα του ήταν άσπρο, μαύρο και κόκκινο. Ως προς τη γεύση μπορεί να ήταν γλυκό, ημίγλυκο, μπρούσκο (λίγο στυφό). Για να κάνουν γλυκό κρασί, άπλωναν τα σταφύλια μετά το τρύγημα στις «απλώστρες» για μερικές μέρες, να «λιαστούν», και μετά τα πατούσαν στα πατητήρια. Αρκετοί παραγωγοί πουλούσαν μια ποσότητα κρασιού σε κρασέμπορους και είχαν κάποια βελτίωση στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.

Οι ποικιλίες των σταφυλιών που καλλιεργούσαν στα αμπέλια τους οι Λευκιανοί αμπελουργοί, ήταν: μονεμβασιά (μονοβασά), μαντηλαριά (μαντ’λαργιά), μαυραϊδάνο (μαυραϊδάνο / το θεωρούσαν σαν το καλύτερο κρασοστάφυλο), μαλουκάτο (μαλ’κάτο), καραμπραΐμι (καραμπραΐμ’), σιρίκι (σ’ρίτσ’), σαββατιανό.

(Συνεχίζεται)

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.