Δημήτρης Ραγκούσης Λαουτάρης

> Απόψεις

Σε μια κοινωνία ανθρώπων, μεγάλη ή μικρή, όταν κάποιο ξεχωριστό μέλος της «απαίρει από της γης εις τα άνω», λέγεται ότι η κοινωνία αυτή γίνεται φτωχότερη.

Σε μια κοινωνία ανθρώπων, μεγάλη ή μικρή, όταν κάποιο ξεχωριστό μέλος της «απαίρει από της γης εις τα άνω», λέγεται ότι η κοινωνία αυτή γίνεται φτωχότερη.

Έτσι κι εμείς οι Λευκιανοί και οι Παριανοί, μπορώ να συμπληρώσω ότι αυτές τις μέρες αισθανόμαστε φτωχότεροι.
Ναι, φτωχότεροι. Με την αποδημία ενός ξεχωριστού λεβέντη συγχωριανού μας.
Του Δημήτρη Ραγκούση Λαουτάρη.
Ο Δημήτρης, γέννημα και θρέμμα του πανέμορφου χωριού μας, ποτισμένος με όλες τις πνευματοπολιτιστικές ιδιότητές του,
αγένιος νεανίας, ανέβηκε στην Αθήνα με την προσδοκία της κοινωνικής ανέλιξης του, βοηθώντας παράλληλα και τους δικούς του στις Λεύκες.
Κατετάγη στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. «Οι καιροί ου μενετοί» όμως τον καιρό εκείνο.
Εποχή από τις καταραμένες του έθνους μας. Βλέπετε τότε, τα γυαλιά που φορούσαμε είχαν χρήματα.
Έτσι εύκολα, βγάζαμε ο ένας τα μάτια του άλλου, έτσι ο Δημήτρης εκτός Πυροσβεστικού Σώματος, ευτυχώς ή δυστυχώς.
Ήρθε ο πόλεμος και ξαναγίναμε πάλι μια γροθιά. Ο Δημήτρης μας, βρέθηκε καταταγμένος στο αντάρτικο.
Μάλιστα και συμπολέμησε με την παριανή ηρωίδα της Αντίστασης, τη Μαρία Ναυπλιώτου.
Όταν τελείωσε η δύστυνη αυτή περίοδος, μετήλθε διάφορα επαγγέλματα.
Ο γραφών αυτές τις γραμμές, ευτύχισε να φορέσει παπούτσια από τα χέρια του.
Δούλευε τότε με το Γιάννη το Ραγκούση απ’ το Μαράθι, συγγενή του Χιονά (Μήτσο Ραγκούση).
Το τσαγκαράδικο βρισκόταν στην έξοδο της οδού Κυδαθηναίvων, αντίκρυ στην Αγγλικανική εκκλησία.
Μετά ασχολήθηκε με τα υφάσματα. Γυρολόγος στην αρχή, έμπορας στο τέλος, καταλήγοντας, αφού πέρασε και από το κέντρο της Αθήνας,
στο όμορφο μαγαζί του δίπλα στου Βάρσου, στην πλατεία Κηφισιάς.
Ευτύχισε να έχει τις αγαπημένες του κόρες Ευγενία και Μαρία και τα εγγόνια του από τον πρώτο του γάμο.
Ο Δημήτρης ο Λαουτάρης ο λεβέντης.
Η πηγή της χαράς και του κεφιού. Τραγουδιστής. Χορευτής διακεκριμένος. Άκουσα «ιδίοις ωσί» στα βαφτίσια μικροανιψιάς του,
τον μαέστρο του μουσικού συγκροτήματος, να αναφωνεί συνεπαρμένος από το χορό του Δημήτρη:
«Βρε μα τούτος είναι ο Νουρέγιεφ της Πάρου!».
Το σπίτι του πάντα ανοιχτό και στην Αθήνα και στην Πάρο. Αν ήσουν τυχερός από κάποια επίσκεψη,
θα έπεφτες πάνω σε εδέσματα επιλεγμένα απ’ τα χέρια του.
Ήταν μοναδικός στην εξεύρεση και τη συγκομιδή του πιο σπάνιου χορταρικού, αμανίτων, καραβόλων.
Ο τόπος συλλογής; Οπουδήποτε. Αξέχαστα, ανεπανάληπτα τα γλεντοκοπήματα με το Δημήτρη μας.
Αναπολώ ένα τέτοιο μεσημεριανό, που κατέληξε, μετά το γύρω της Πάρου, τα ξημερώματα, αφού απαραιτήτως έπρεπε να περάσουμε
απ’ την Αθερινόμαντρα - λιμανάκι κάτω από το σπίτι των γιατρών Περάκηδων στον Αϊ Γιάννη του Βαγγελή - για μπάνιο και ψάρεμα με την απόχη.
Τι να γράψεις για τις συνεστιάσεις του - διάβαζε γλέντια τρικούβερτα - στην Αλυκή. Αυτός ήταν ο Δημήτρης ο Λαουτάρης. Λεβέντης στην ψυχή και το σώμα. Άκακος, δίκαιος, χαροποιό στοιχείο. Αγαπημένος από όλους όσους τον γνώρισαν.
Δε θέλω το παρόν σημείωμα να γίνει επικήδειος.
Γι’ αυτό δε θα καταλήξω στα τετριμμένα: «Γαίαν έχοι ελαφράν» ή το κοινότοπο: «Θεός σ’ χωρέστον».
Εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου, να τον έχουμε πάντα μπροστά μας
και να προσπαθήσουμε να του μοιάσουμε. Έστω και λίγο.

Εμμανουήλ Ιω. Χανιώτης

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.