Η αμπελουργία στις Λεύκες (Μέρος 7ο) | Του Ευαγ. Ν. Καστανιά

> Απόψεις

Για να είναι καλό το σκάψιμο έπρεπε όλη η αξίνη να βυθίζεται στο έδαφος και το διάστημα (η απόσταση) μεταξύ των χτυπημάτων της (αξινιών), να είναι τόσο, ώστε να μη μένει καθόλου άσκαφτο.

Τα τυχόν άσκαφτα τμήματα του εδάφους τα έλεγαν «παπάδες», γιατί παρατηρούνταν στα αμπέλια των παπάδων όταν, την εποχή που οι Λευκιανοί τα έσκαβαν δωρεά, μερικοί εργάτες άθελά τους ή σκόπιμα για να τελειώνουν γρήγορα το σκάψιμο, άφηναν μεγαλύτερο του κανονικού διάστημα μεταξύ των χτυπημάτων της αξίνης στο έδαφος (μεγάλες αξινιές, αξ’νιές), και συγχρόνως άπλωναν το φρέσκο χώμα των επόμενων χτυπημάτων πάνω στα άσκαφτα κομμάτια, ώστε να τα καλύπτουν και να φαίνονται σαν σκαμμένα. Το σκάψιμο των αμπελιών των παπάδων του χωριού γινόταν, σύμφωνα με παλιό έθιμο, από τους Λευκιανούς δωρεά, την ημέρα των Αγίων Σαράντα, σε ένδειξη σεβασμού προς τους παπάδες του Χωριού και από την επιθυμία τους να τους βοηθήσουν οικονομικά, απαλλάσσοντάς τους από τη δαπάνη του σκαψίματος των αμπελιών τους. Πολλοί ιδιοκτήτες όταν ενέθεταν το σκάψιμο των αμπελιών τους σε εργάτες, εφιστούσαν την προσοχή τους ειδικά στους… «παπάδες», λέγοντας: «Θέλω καλό σκάψιμο, δε θέλω παπάδες».

Το εμβαδόν των αμπελιών το μετρούσαν με τον «εργάτη» (αργάτ’), που αντιστοιχούσε στην έκταση του εδάφους που έσκαβε ένας εργάτης σε μια μέρα. Λέγοντας ότι το αμπέλι μου είναι δυο εργατών (δγυό αργατώ), εννοούσαν ότι: το έσκαβε ένας εργάτης σε δυο μέρες ή δυο εργάτες σε μια μέρα. Τα μικρής έκτασης αμπέλια τα έσκαβαν συνήθως οι ιδιοκτήτες τους. Όταν όμως οι ίδιοι δεν ήταν ικανοί, για διαφόρους λόγους, να τα σκάψουν, ή όταν το αμπέλι ήταν μεγάλο σε έκταση (αμπέλα), ή όταν κάποιος ήταν ιδιοκτήτης πολλών αμπελιών, τότε ανέθεταν το σκάψιμο σε εργάτες.

Όλοι οι Λευκιανοί γεωργοί ήταν και σκαφτιάδες (σκαφιάδες), έσκαβαν δηλαδή εκτός από τα δικά τους αμπέλια και τα αμπέλια τρίτων, έναντι αμοιβής, για να πάρουν κανένα μεροκάματο να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. Η αμοιβή για το μεροκάματο μπορεί να ήταν και σε είδος (λάδι, κρασί, σιτηρά, τυρί κλπ). Υπήρχαν και μερικοί που, είτε γιατί είχαν λίγα είτε καθόλου κτήματα, ζούσαν κυρίως από τα μεροκάματα που έκαναν, δουλεύοντας σε ξένα κτήματα (σκάψιμο, θέρισμα, τρύγημα κ.ά.). Οι περισσότεροι της κατηγορίας αυτής ήταν γενικά, καλοί εργάτες και καλοί σκαφτιάδες και για το λόγο αυτό ήταν περιζήτητοι, παρόλο που έπαιρναν ακριβότερο μεροκάματο. Καλό σκαφτιά, έλεγαν εκείνον που ήταν συνεπής, έσκαβε το έδαφος σε βάθος, δεν κωλυσιεργούσε και δεν άφηνε «παπάδες». Η ανάθεση από τους ιδιοκτήτες του σκαψίματος των αμπελιών γινόταν: α) Κουτουράδα (εργολαβικά), β) Ανέξοδα, γ) Με παροχή και τροφής και δ) Δανεικά.

α) Κουτουράδα (κ’τ’ράδα): στην περίπτωση αυτή ο ιδιοκτήτης του αμπελιού ερχόταν σε συνεννόηση με τους εργάτες και συμφωνούσαν να τους καταβάλει ένα συγκεκριμένο ποσό για το σκάψιμο του αμπελιού, ανεξάρτητα του αριθμού των μεροκάματων που θα έκαναν για να τελειώσουν το έργο. Όριζαν επίσης την ημέρα ή την εβδομάδα που θα άρχιζε το σκάψιμο και συνήθως, την ημέρα μέχρι την οποία θα έπρεπε να έχει τελειώσει η εργασία. Ο ιδιοκτήτης κατέβαλε το ποσό της συμφωνίας, κατά κανόνα, μετά το τέλος του σκαψίματος, χωρίς να αποκλείεται και καταβολή μέρους του ποσού πριν από την έναρξη του έργου (προκαταβολή, καπάρο). Ο ιδιοκτήτης εκτός από τα χρήματα, δεν πρόσφερε κάτι άλλο στους εργάτες

β) Ανέξοδα: εδώ ο ιδιοκτήτης του αμπελιού ανέθετε το σκάψιμο στους εργάτες με το μεροκάματο, αφού πρώτα συμφωνούσαν στον αριθμό των μεροκάματων που θα έκαναν για να τελειώσουν το έργο και στην τιμή του μεροκάματου. Στους καλούς εργάτες δεν έκαναν παζάρια. Αυτοί είχαν καθορισμένη τιμή για το μεροκάματο, που μπορεί να ήταν σε χρήμα ή και σε είδος. Το σκάψιμο το έλεγαν «ανέξοδα», γιατί τα έξοδα για τη διατροφή των εργατών κατά τις μέρες του σκαψίματος, τα αναλάμβαναν οι ίδιοι οι εργάτες και όχι ο ιδιοκτήτης.

γ) Με καταβολή μεροκάματου και παροχή τροφής (φαγοπότι): ο ιδιοκτήτης του αμπελιού συμφωνούσε με τους εργάτες να τους καταβάλει το αντίτιμο του μεροκάματου, αλλά να τους παρέχει και την τροφή της ημέρας καθώς και το κρασί. Το παρεχόμενο φαγητό ήταν, συνήθως: α) για κολατσιό: ψωμί, ελιές, τυρί (της άρμης), κρασί, β) για μεσημεριανό: ψωμί, βραστά φασόλια, ρεβίθια, φακές, ελιές, ρέγκα, μπακαλιάρος πλακί, κρασί, γ) για απογευματινό (μερέντι): ό,τι και στο κολατσό. Το μεσημεριανό φαγητό το έβαζαν -τις περισσότερες φορές- σε ένα πήλινο ή μεταλλικό σκεύος (λεκάνη), το οποίο τοποθετούσαν καταγής πάνω σε μια πετσέτα (πεκέτα) και οι εργάτες καθισμένοι στο έδαφος ένα γύρο, έτρωγαν από τη λεκάνη, με τα κουτάλια που διέθετε συνήθως ο ιδιοκτήτης. Κρασί έπιναν με τη σειρά, από ένα φλασκί, αφού πρώτα σκούπιζαν, με την παλάμη του χεριού τους, το σημείο του φλασκιού στο οποίο ακουμπούσαν τα χείλη τους για να πιούν. Αν υπήρχε κάποιο κύπελλο, έπιναν με αυτό όλοι.

δ) Δανεικά (Δαν’κά): το δανεικό σκάψιμο των αμπελιών γινόταν συνήθως, μεταξύ φίλων ή συγγενών που δεν είχαν πολλά αμπέλια. Αν δυο ιδιοκτήτες είχαν αμπέλι της ίδιας έκτασης, π.χ. τεσσάρων εργατών, συμφωνούσαν να σκάψει ο πρώτος το αμπέλι του δεύτερου και αυτός να χρωστά στον πρώτο τέσσερα μεροκάματα, τα οποία θα έκανε αργότερα σκάβοντας το αμπέλι του πρώτου. Άλλοτε συμφωνούσαν να πάνε και οι δυο να σκάψουν σε δυο μέρες το αμπέλι του ενός, και τις επόμενες δυο μέρες ή και αργότερα, να πάνε να σκάψουν το αμπέλι του άλλου. Αν τύχαινε το αμπέλι του πρώτου να είναι μεγαλύτερο από εκείνο του δεύτερου, τότε, ή έσκαβε μόνος του ο πρώτος την επιπλέον έκταση του αμπελιού του ή την έσκαβαν μαζί και ήταν υποχρεωμένος (ο πρώτος), είτε να σκάψει ανάλογη έκταση, σε κτήμα του δεύτερου, είτε να καταβάλει σε χρήμα ή σε είδος την προβλεπόμενη αμοιβή για τις παραπάνω ώρες εργασίας του δεύτερου. Στο δανεικό σκάψιμο καθένας φρόντιζε, συνήθως, για την τροφή του τις ημέρες του σκαψίματος, εκτός αν συμφωνούσαν διαφορετικά.

(Συνεχίζεται…)

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.