Γλωσσικό ιδίωμα Λευκών (Μέρος 2ο)

> Απόψεις

Συνεχίζοντας την παρουσίαση λέξεων και φράσεων στο τρίτο μέρος του βιβλίου: «Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Λευκών Πάρου»,

έκδοση του συλλόγου Λευκιανών Πάρου της Αθήνας (Αθήνα 2004), συμπληρώνονται από τον κ. Ευάγγελο Ν. Καστανιά τα παρακάτω, ώστε να γίνει η καταχώρισή τους από τους αναγνώστες που επιθυμούν να έχουν συμπληρωμένο το Λευκιανό λεξιλόγιο.

αστ’βάχτα, αστοίβαχτα, με αποβολή του τονούμενου ι (οι) και μεταβίβαση του τόνου του στο α. Ήφ’τσε (ήφ’κε/άφησε) αστ’βάχτα τα κιβάλια (τσουβάλια) με το γκαρπό (τον καρπό) τσαι δε νιμπόρουμνε (δεν μπορούσα) να πορπατ’σού (περπατήσω). (Σελ. 220).

αστενιζώ, ασθενίζω, ασθενώ, με τροπή του θ σε τ, κατάληξη ιζω, αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Παρατ. ηστένιζα, μέλλ. θα αστενισώ, αόρ. ηστένισα. Απ’  τ’ Δευτέρα αστενίζ` ο μαζάρας (φουκαράς) ο αξάδερφόζ ιμ’ (εξάδελφός μου). (Σελ. 218).

ατσαλωσά (η), ατσαλωσιά, με αποβολή του άτονου ι στη συλλαβή σια. Προσθήκη ατσαλιού στη αξίνη (αξίνα) λόγω φθοράς από την πολύ χρήση. Ατσάλωμα. Δε νικάμε (δεν έκανε) καλή ατσαλωσά ο Γύφτ’ς (Γύφτης/Σιδηρουργός) τσαι (και) δε νιβάστ’ξε (δεν βάσταξε) πολύ γκαιρό (πολύν καιρό) η αξίνι. (Σελ. 221).

βαργιοκόπος (ο), βαριοκόπος, με ανάπτυξη γ μετά το ρ. Αυτός που χειρίζεται το βαριό (βαργιό*). Θέλι   καλό βαριοκόπο για να απάσ’ ιτ’τός (ετούτος) ο αγκρεμνός (βράχος). (Σελ. 332).

βάψ’μο (το), βάψιμο, με αποβολή του άτονου ι. Πληθ. βαψ’μάτα, βαψίματα, με αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο α της επόμενης συλλαβής. Μικρής έκτασης επισκευή σε αξίνη από τον Σιδηρουργό (Γύφτη/Γύφτ’ς*). Επήε (επήγε) τ’ ναξίν’ ιτ’ (την αξίνη του) στο Γύφτ’, για βάψ’μο. (Σελ. 234).

Β’τζ’λαιάδες (οι) και Μπ’τζ’λαιάδες, Βιτζηλαιάδες, οι Βιτζηλαίοι με κατάληξη αδες και αποβολή των άτονων ι (ι,η) . Επώνυμο. Οι Β’τζ’λαιάδες κατάγ’νται απ’  τ’ νΑξά (την Αξά/τη Νάξο). (Σελ. 245).

Γαβρίλις (ο), Γαβριήλ με αποβολή του τονούμενου ι (η), μεταβίβαση του τόνου του στο προηγούμενο φωνήεν ι και κατάληξη ης. Και Γαβρ’λός (Γαβρίλος). Ανδρικό όνομα. Από το εβραϊκό Gabhriel. (Σελ.247)   

γεραμπής (ο), γιαραμπής με τροπή του για σε γε. Ο αλλάχ, ο Θεός. Από το τουρκικό ya rabbi<εβραϊκό rabbi. ‘Exi  o γεραμπής… (Σελ. 254).

γεροντοκάθ’ζμα (το), γεροντοκάθισμα, με αποβολή του άτονου ι και τροπή του σ, προ του μ, σε ζ. Πληθ. γεροντοκαθ’ζμάτα, με αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο α της επόμενης συλλαβής. Η εργασία της ανανέωσης του αμπελιού που γίνεται με το άνοιγμα  λάκκου από τη μια μεριά της γέρικης  ρίζας του αμπελιού, κάλυψη όλης της ρίζας στο λάκκο με χώμα, αφήνοντας ελεύθερο έξω από το λάκκο, μόνο ένα κλαδί για να αναβλαστήσει και να αναγεννηθεί το αμπέλι. Θέλι  γεροντοκάθ’σμα τ` αμπέλι, μα δε βοηθά ο τσαιρός (καιρός). (Σελ. 255) 

γνάθω, (πιθανόν από το γνέθω), βασανίζω. Κάθα (κάθε) μέρα τα’ γνάθ’ το τομάρ’  η γιναίκα τ’,  τ’ μαζάρα. (Σελ. 269).

γύρ’, γύρε, γύρισε, προστακτική αορίστου του γυρίζω (γιρ’ζώ*) με αποβολή των φθόγγων ισε. Στρέψε. Μαρέ πιδί μ’, γύρ’ λιγάτσ’ (λιγάκι) τ’ μπόρτα (την πόρτα) γιαντα μπαίνι ο ν’λιούς (ήλιος) μεσ’ στο σπίτ’. (Σελ. 274).

Δανίλις (ο), Δανιήλ, ανδρικό όνομα, από το εβραϊκό Daniyel, με αποβολή του τονούμενου ι (η), μετακίνηση του τόνου  του στο προηγούμενο ι και νάπτυξη ι (η), μεταξύ λ και ς. Μπρέ μπα νάδες ιτσ’νού του Δανίλι; (Βρε μήπως είδες εκείνο τον Δανιήλ;). (Σελ. 276).

δασονάρ’ (το), δασονάρι μικρή συστάδα δέντρων σε χωράφι. Τα ζά (ζώα) πάνε στο δασονάρ’, για ναβρ’νε (να βρούν) δροσά (δροσιά). (Σελ. 277).

δαχτ’λιδγιά (τα), δακτυλίδια, με τροπή του κ σε χ, αποβολή του άτονου ι (υ), του τονούμενου ι, μετακίνηση του τόνου του στο α και ανάπυξη γ μετά το δ. Ενικός: δαχτ’λίδ’ (δακτυλίδι). Έχι  γεμώσ’ τα δαχτ’λιά* κι (της) με δαχτ’λ’δγιά. (Σελ. 277),

δγιακόβγω, διακόπτω, με τροπή του δια σε δγια και του πτ σε βγ. Και δγιακόφτω. Μπρε μη με δγιακόβγις άμα μ’λώ. (Σελ. 278).

δγιάφορο (το),διάφορο (από το αρχαίο «διάφορον») με τροπή του δια σε δγια. Ο τόκος. Θέλω να δαν’στώ λιγά (λίγα) λεπτά, μα το δγιάφορο είνί αβάσταχτο. (Σελ. 280).

δ’γμά, δείγμα, με αποβολή του τονούμενου ι (ει) και μεταβίβαση του τόνου του στο α. Ηπ’ράνε (πήρανε) δ’γμά απ’ το νερό τ’ π’γαδγιού για ‘ξέτασ’. (Σελ. 280).

έζιε, παρατατικός του ζώ. Ζούσε. Και ήζιε και έζε. Στα νιάτα τ’ έζιε σα νΑγάς (σαν Αγάς), μα στο τέλος επόθανε στ’ μψάθα (στην ψάθα). (Σελ. 319).

εμπαθής (ο), ο παθών, αυτός που έπαθε κάτι. Ξέρ’ απ’ αρρώστιες, γιάντα ‘νί (είναι) εμπαθής ο κακόμ’ρος. (Σελ. 292).

επόθανε, αόριστος του αποθαίνω*. Και ηπόθανε. Πέθανε, από το αρχαίο «αποθνήσκω». Επόθανε νέος ο μαζάρας (κακομοίρης) ο Γιώρες (Γιώργος) τσ’  ήφ’τσ’ απ’σού τ’ (και άφηκε/άφησε πίσω του) τρία μ’κρά πιδγιά. (Σελ. 293).

ζ’τ’μάτα (τα), ζητήματα, με αποβολή του άτονου ι (η), του τονούμενου ι (η) και μετακίνηση του τόνου του στο α της επόμενης συλλαβής. Ενικός: ζήτ’μα (ζήτημα). Τέτγοια σοβαρά ζ’τ’μάτα, δε ντα (δεν τα) κ’βεντγιάζ’νε μέσ’ στ’  μέσ’  τ’  δρόμ’. (Σελ. 314).

ζωγραφ’ζώ, ζωγραφίζω, με αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Ζωγραφ’ζόμε, ζωγραφ’ζέτε (ζωγραφίζομε, ζωγραφίζετε), παρατατ. ηζωφράφ’ζα, μέλλοντας θα ζωγραφ’σώ και ζωγραφ’σού, αόρ. ηζωγράφ’σα. Μπρε μη ζωγραφ’ζέτε ’πά’ (επάνω) στο ντχού (στον τοίχο). (Σελ. 315).

θολ’ρά (η), θολούρα, με αποβολή του τονούμενου ου και μεταβίβαση του τόνου του στο α. Σκοτεινιά. Θα Χαλάσ’ μ’ φαίνετ` ο ταιρός, γιάντα (γιατί) θωρώ (βλέπω) θολ’ρά κατά τ’ νΑξά (την Νάξο). (Σελ. 329). 

θομπός (ο), θαμπός, με τροπή του α σε ο. Θολός, αυτός που δεν είναι διαυγής. Σα θομπά τα βλέπω τα πράματα τσαι δε μ’ καλαρέσ’νε. (Σελ. 329).

καδούλι (το), καδούλι, με αποβολή του άτονου ι. Πληθυντικός καδ’λιά, καδούλια, με αποβολή του τονούμενου ου και μεταβίβαση του τόνου του στο α. Ξύλινο δοχείο σε σχήμα κόλουρου κώνου ύψους 80 εκατοστών περίπου, το οποίο κρατούσαν από σκοινί δεμένο σε τρύπες που βρίσκονταν στο στομιό του. Με το δοχείο αυτό μετέφεραν υγρά και κυρίως στροφ’λιές (στέμφυλα) με νερό και τις έριχναν στο ρακοκάζανο. Ρ’ξέ (ρίξε) ακόμνια (ακόμα) κάνα δγυο καδ’λιά στο καζάνι. (Σελ. 339).

καθαρ’ζώ, καθαρίζω, με αποβολή του τονούμενου ι και μετακίνηση του τόνου του στο ω. Καθαρ’ζόμε, καθαρ’ζέτε (καθαρίζομε, καθαρίζετε), παρατατ. ηκαθάρ’ζα…ηκαθαρ’ζάμε, ηκαθαρ’ζέτε, ηκαθαρ’ζάνε, μέλλοντας θα καθαρ’σώ και θα καθαρ’σού, αόρ. ηκαθάρ’σα. Δε νηκαθαρ’σάνε (δεν εκαθάρισαν) καλά τ’ αμπέλι οι αργάτες απ’ κι (τις) αμπελόβεργες. (Σελ. 340).

(Συνεχίζεται…)

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.