Γλωσσικό ιδίωμα Λευκών (Μέρος 4ο)

> Απόψεις

Συνεχίζοντας την παρουσίαση λέξεων και φράσεων στο τρίτο μέρος του βιβλίου: «Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Λευκών Πάρου», έκδοση του συλλόγου Λευκιανών Πάρου της Αθήνας (Αθήνα 2004), συμπληρώνονται από τον κ. Ευάγγελο Ν. Καστανιά τα παρακάτω, ώστε να γίνει η καταχώρισή τους από τους αναγνώστες που επιθυμούν να έχουν συμπληρωμένο το Λευκιανό λεξιλόγιο.

μαγιάτ’κα(τα), μαγιάτικα, με αποβολή του άτονου ι στη συλλαβή τι. Ποικιλία σύκων που ωριμάζουν το μήνα Μάϊο. Λέγονται και πρωτόσυκα (πρωτόσ’κα*). Δε βοηθά τ’τός ο τσαιρός (καιρός) ν’ ακνιάσ’νε (ωριμάσουν) τσαι τα μαγιάτ’κα σ’κά (σύκα). (Σελ. 426).

Μαργαρή (η) και Μαργαρώ, γυναικείο όνομα Μαργαρίτα, με τροπή της κατάληξης ιτα σε η ή σε ω. Ηγέρασε κι η καμένι  η Μαργαρή. (Σελ. 433).

μολ’νώ, μολύνω, με αποβολή του τονούμενου ι (υ) και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Και μολεύγω*. Παρατ. ημόλινα, μέλλ. θα μολίνώ, και θα μολιθώ (μολυνθώ), αόρ. ημολύθ’κα (μολύνθηκα). Μπρε μη μπετάτε (μην πετάτε) βρομνιές στο π’γάδ’, γιάντα θα μολ’νέτε το νερό.(Σελ. 445).

μοσκάρ’ (το), μοσχάρι, με τροπή του χ σε κ και αποβολή του άτονου ι. Το μικρό της αγελάδας, αλλά και ο βλάκας. Ηπούλισ’ ένα μοσκάρ’ ο Δ’μήτηρς (Δημήτρης), για να ξεχρεώσ’ το μπακάλι. Ντιπ μοσκάρ’ ‘νί ιτ’τός (τελείως μοσχάρι είναι ετούτος). (Σελ. 447).

μοσκολιβάνο (το), μοσχολίβανο, με τροπή του χ σε κ, αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο α. Μυρωδάτο λιβάνι. Ηλιβάνισε με μοσκολιβάνο τσ΄ ημύρ’σ’ ο κόζμος όλος. (Σελ. 447).

μπαλαρ’νά (η), μπαλαρίνα με απόβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο α. Χορεύτρια μπαλέτου. Ηθέλε (ήθελε) να γένι (γίνει) μπαλαρ’νά, μα δε νιθέλε ο πατέρας κι (της). (Σελ. 449).

μπετ’λιάζω, μπετουλιάζω (ίσως από τη λέξη μπετόν) με αποβολή του ατονου ου. Δέρνω. Παρατ. ημπετ’λιάζα, μελλ. θα μπετ’λιάσω, αόρ ημπετ’λιάσα. Να ‘εις (να έχεις) το νού σ’, γιάντα  καμιά μέρα θα σε μπετ’λιάσω. (Σελ. 457).

μπ’λ’τσά (τα) μπουλούκια, με αποβολή του άτονου και του τονούμενου ου, μεταβίβαση του τόνου του τονούμενου ου στο α και τροπή του κια σε τσα. Ενικός : μπ’λούτσ’ (μπουλούκι). Από το τουρκικό boluk. Μπ’λ’τσά ‘πό κόσμο ηπααίνα (επήγαιναν) στο πανηύρ’ (πανηγύρι). (Σελ. 459).

μ’σοκόφ’νο (το), μισοκόφινο, με αποβολή των άτονων ι. Κοφίνι μικρότερο από το κανονικό, μισό κοφίνι. Για τη μεταφορά γεωργικών προϊόντων (σταφύλια, σύκα, ελιές, πατάτες, κρεμμύδια κ.ά.). Ημάζωξα σ’μέρα (σήμερα) ένα μ’σοκόφ’νο γιλιές (ελιές) απ’ τ’ Ψύλλ’ (το κτήμα/λιογύρι μου στην περιοχή του Ψύλλου). (Σελ. 469).

ντζ’μπρολόγος (ο) και ντζ’μπρολόος και γκ’μπρολόγος, και κιμπρολόγος, τσιμπολόγος, με τροπή του τσ σε ντζ, σε γκ ή κι, αποβολή του άτονου ι και προσθήκη του ρ μετά το μπ. Αυτός που τρώει πρόχειρα. Που τσιμπολογά. Πάντα ντζ’μπρολόγος ήτ’νε (ήτουνε/ήτανε), ποτές τ` δε νηκάκε (δεν έκατσε/κάθισε) σα νάθρωπος (σαν ανθρωπος) να φάει. (Σελ. 489).

ντ’νάμεω (των), δυνάμεων, με τροπή του δ σε ντ  και αποβολή του άτονου υ και του τελικού ν. Από τον εκκλησιαστικό ψαλμό «Κύριε των δυνάμεων μεθ` ημών γενού…», που οι Λευκιανοί όταν ήθελαν να αναφερθούν σ’ αυτόν έλεγαν μόνο τη λέξη «ντ’νάμεω» (των δυνάμεων). Ηψάλε (έψαλε) όλος ο κόζμος στ` νεκκλησά (στην εκκλησία) τω ντ’νάμεω απόψε. (Σελ. 491).

ντρατσέρα (η), βαθύ αυλάκι ανοικτό από πάνω. Θέλι  προσοχή ‘τσείνι (εκείνη) η ντρατσέρα, να μη χτ’πήσ` (χτυπήσει) κανείς. (Σελ. 493).

ξαμενή (η), δεξαμενή, με αποβολή της πρώτης συλλαβής δε. Χώρος αποθήκευσης νερού. Χτίζ’νε  τσεν’ργιά (καινούρια) ξαμενή, γιάντα η παλιά δε φτάνι. (Σελ.498).

ξαμολάρω, ξαμολώ, με κατάληξη αρω. Παρ. ηξαμόλαρα, μέλλ. θα ξαμολάρω, αόρ. ηξαμολάρ’σα, μ.ε. ξαμολάροντας. Και ξαμολέρνω.  Αμολώ*. Ηξαμολάρ’σε το στσ’λό (σκύλο) τ’, τσαι παραλιγάτσ’ (παραλιγάκι) να δαγκάσ’ το πιδάτσ’. (Σελ. 498).

ξαναζμίω, ξανασμίγω, με τροπή του σ, προ του μ, σε ζ και αποβολή του γ μεταξύ των φωνηέντων. Και ξαναζμ’γώ, με αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Παρατ. ηξανάζμια, μέλλ. θα ξαναζμ’ξώ, αόρ. ηξανάζμ’ξα. Τ’  μνια μέρα φαών’νται (φαγώνονται) σα ντζ’ (σάν τις) στσύλι, τσαι τ’ νάλλι  (την άλλη) ξαναζμίουνε. (Σελ. 499).

ξάνεμο (το), μέρος που το χτυπούν όλοι οι άνεμοι. Σε τ’τό (ετούτο/ τούτο) το ξάνεμο, δε φ’τρώνι  μ’τέ (μήτε) χόρτο. (Σελ. 499).

ξανθ’λά, ξανθούλα, με αποβολή του τονούμενου ου και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Ηβάλε (έβαλε) στο μάτ’ ιτσείνι (εκείνη) τ’ μ’κρή τ’ ξανθ’λά, μα ‘τσείνι δε χαμπαρίζ’. (Σελ. 499).

ξεγδ’τσέμαι, εκδικιέμαι, με τροπή του εκ σε ξε, ανάπτυξη γ προ του δ και τροπή του κι σε τσε. Παρατ. ηξεδ’τσούμ’νε, μέλλ. θα ξεδ’τσωθώ, αόρ. ηξεδ’τσώθ’κα. Το νιξεδ’τσώθ’κα (τον ηξεδικιώθηκα/εκδικήθηκα) για το κακό που μ’ ‘κάνε (έκανε). (Σελ. 501).

ξεζεύγω, ξεζεύω, με ανάπτυξη γ μετά το υ (β). Και ξεζέφω και ξεζέφτω. Παρατ. ηξέζευγα, μέλλ. θα ξεζέψω, αόρ. ηξέζεψα. Ελευθερώνω (λύνω) τα ζώα από τον ζυγό. Μαρέ ξέζεψ’ τα β’δγιά (βόδια) για να φύουμε (φύγουμε) γιάντα θα βρέξ’. (Σελ. 501).

ξεκαβαλιτσεύγω, ξεκαβαλικεύω, με αποβολή του άτονου ι, τροπή του κε σε τσε και ανάπτυξη γ μετά το υ (β). Κατεβαίνω από τη ράχη υποζυγίου. Παρατ. ηξεκεβαλιτσεύγα, μέλλ. θα ξεκαβαλιτσέψω, αόρ. ηξεκαβαλιτσέψα, μ. ε. ξεκαβαλιτσεύγοντας. Ηξεκαβαλιτσέψα για να ποτ’σώ (ποτίσω) το μ’λάρ’. (Σελ. 502).

ξελαρ’ντζ’ζόμαι, ξελαρυγγίζομαι, με αποβολή του άτονου υ, τροπή του γγ σε ντζ, αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ο. Και ξελαρ’ντζάζομαι (ξελαρυγγιάζομαι). Παρατ. ηξελαρ’ντζίζ(ου)μνε, μέλλ. θα ξελαρ’ντζ’στώ, αόρ. ηξελαρ’ντζίστ’καΞελαρ’ντζ’ζέται κάθα (κάθε) μέρα να φωνάζ’, μα δε ντoν (δεν τον) ακούει κανείς. (Σελ. 503).

ξεμ’τ’ζώ, ξεμυτίζω, με αποβολή του άτονου  ι (υ), του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Και  ξεμ’τώ (ξεμυτώ). Παρατ. ηξεμύτ’ζα, μέλλ. θα ξεμ’τ’σώ και θα ξεμ’τ’σού, αόρ. ηξεμύτ’σα. Φοβάται να ξεμ’τίσ’  απ’ το σπίτ’ ικι (σπίτι της) η κακομ’ρά (κακομοίρα). (Σελ. 504).

(Συνεχίζεται…)

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.