Τα τσαγκαράδικα

> Απόψεις

Μία γνωστή φιγούρα της παλιάς γειτονιάς ήταν ο τσαγκάρης. Σκυμμένος πάνω στον μικρό πάγκο του, συνήθως σε πολύ μικρό μαγαζί. Ο τσαγκάρης στα παλιότερα χρόνια, δεν επιδιόρθωνε μονάχα παπούτσια, αλλά και τα έφτιαχνε ο ίδιος

.

Ο πάγκος του ήταν τετράγωνος, ξύλινος, σαν τραπεζάκι, με χωρίσματα για τα καρφιά κάθε μεγέθους. Επίσης πάνω του υπήρχαν οι κόλλες, τα μπουκαλάκια με τους λούστρους, το κερί, ο σπάγκος και ήταν αραδιασμένα διάφορα περίεργα εργαλεία, όπως οι φαλτσέτες, κ.α. Εργαλεία επίσης κρεμόταν στα πλάγια του πάγκου, περασμένα σε πέτσινες θήκες. Πλάι του είχε την «πατούνα» (ένα ειδικό αμόνι) και σε ράφια ή στους τοίχους κρεμασμένα τα καλαπόδια. Απαραίτητο αξεσουάρ του τσαγκάρη ήταν η ποδιά, η οποία ή ήταν δερμάτινη ή είχε γίνει αδιαπέραστη και σκληρή από τις κόλλες και τις βαφές των παπουτσιών.  Στις επιδιορθώσεις ο τσαγκάρης, έβαζε τακούνια, σόλες και μπάλωνε με σπάγκο τα τρυπημένα παπούτσια. Για να μη λιώνουν τα ανδρικά καθημερινά παπούτσια, τους έβαζε πίσω στο τακούνι και μπροστά στη σόλα, ημικυκλικά πέταλα ολόγυρα και στη μέση σειρά από χοντρά καρφιά που εξείχαν. Κάποια εποχή έβαζαν για πάτους και λάστιχα αυτοκινήτων.

Πήγαινε ο πελάτης στο τσαγκαράδικο και ο τσαγκάρης του έπαιρνε μέτρα στα πόδια του και του κατασκεύαζε τα παπούτσια που ήθελε. Η κατασκευή των παπουτσιών ήταν εξ’ ολοκλήρου χειροποίητη από δέρμα, αφού τα πάντα ήταν ραφτά και καρφωτά. Έπαιρνε τη στάμπα του πέλματος του πελάτη, έφτιαχναν πρώτα το πάνω μέρος και ύστερα έκοβαν τη σόλα.

Οι τσαγκάρηδες χρησιμοποιούσαν το καλαπόδι, δηλαδή το ξύλινο καλούπι, για να κατασκευάσουν «πάνω» του το παπούτσι. Υπήρχαν πολλά διαφορετικά σχήματα,  μυτερά, γυναικεία, αντρικά κ.ά. Η σειρά με τα νούμερα ονομαζόταν «μάνα». Ο χρόνος που χρειαζόταν για να φτιαχτεί ένα ζευγάρι παπούτσια ήταν περίπου δύο ημέρες. Το δέρμα το επέλεγε ο πελάτης ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, ενώ συνοπτικά η διαδικασία ήταν η ακόλουθη: έπαιρναν το καλαπόδι κι’ έβγαζαν πάνω του το σχέδιο που ήθελαν σε χαρτί. Έπειτα το έβαζαν πάνω στο δέρμα, το έκοβαν κι έβγαινε το «στάμπο» (δηλαδή το πατρόν). Το «στάμπο» το έστελναν στο «φοντιέρη», που ήταν ο ειδικός για να ράβει τα «φόντια», δηλαδή τα δέρματα στο πάνω μέρος του παπουτσιού. Όταν τα φόντια ήταν έτοιμα, έφτιαχναν τον πάτο από ψιλό δέρμα ή αλλιώς «πετσί». Έβαζαν το «πετσί» στο κάτω μέρος του καλαποδιού και το κάρφωναν με ψιλές ξύλινες πρόκες. Μετά κάρφωναν τα φόντια προσεκτικά πάνω στο καλαπόδι. Στη συνέχεια άλειφαν με κόλλα το καλαπόδι γύρω-γύρω και τσάκιζαν τις πρόκες. Από εκεί και πέρα το άφηναν να στεγνώσει. Όταν στέγνωνε, «έστρωναν» το «φόντι» με λείο σφυρί πάνω στο καλαπόδι για να μην έχει ζάρες, ενώ τότε έκοβαν και τα περισσεύματα δέρματος του πάτου με τη φαλτσέτα. Ακολουθούσε το «ρεφελάρισμα» του δέρματος: το χτυπούσαν ξανά με σφυρί για να γίνει όσο το δυνατόν πιο λείο, ενώ έραβαν με το «σουβλί» τον πάτο με τα «φόντια» για είναι γερός. Τέλος βούρτσιζαν το δέρμα και το άλειφαν με κερί.

Εργαλεία της δουλειάς ήταν ο πάγκος: όπου ακουμπούσαν όλα τα πράγματα, το τρυπητήρι και το σουβλί: που ανοίγει τρύπες για τα κορδόνια, το πέταλο: που το έβαζαν στις μύτες των παπουτσιών, το τρίποδο αμόνι: που σ' αυτό βάζανε το παπούτσι για να το επεξεργαστούμε και να το τελειοποιήσουνε, το καλούπι, το καλαπόδι: για να δώσουν το σχήμα, το κατσαπρόκο: που ήταν ένα μικρό σουβλί, με το οποίο άνοιγαν τρύπες και έβαζαν ξυλόπροκες οι οποίες κρατούσαν τα πετσιά (σόλες), το κατόχι: ήταν ένα σχοινί με το οποίο στερέωναν το παπούτσι, η φαλτσέτα: με την οποία έκοβαν τα περισσεύματα του δέρματος. Επίσης το μικρό ταναλάκι, η «γάτα» ή μεγάλη τανάλια, η λίμα, τα καρφιά, τα ξυλόκαρφα, τα στουπαρέλια, τα σφυράκια, η σακοράφα, η κλωστή (τζίβα), σόλες, τακούνια, μπογιές, κόλλα, ψαρόκολλα, πινέλο, γυαλόχαρτο. Επίσης είχαν μια μηχανή που λεπταίνει τη σόλα, την πρέσα και μια μηχανή που κόβει τη σόλα.

View fullsize

PARIANES_MNHMES_1.jpg

Με τον καιρό τα πάντα βιομηχανοποιήθηκαν και χάθηκε και η δουλειά των τσαγκάρηδων. Το ίδιο συμβαίνει και στην Πάρο που ο μοναδικός που έχει μείνει είναι ο Μιχάλης Μπογιατζής από τον Κώστο. Την δεκαετία του ’70 υπήρχαν πέντε τσαγκαράδικα στην Παροικιά που εξυπηρετούσαν κάθε γειτονιά. Στη συνοικία «Ποταμός», ήταν ο Νικολής Καρποδίνης, που έπειτα μετακόμισε κοντά στη «Φράγκα Σκάλα», στην είσοδο της αγοράς, ο Αντώνης Μονδάνος, ο γνωστός σε όλους «Βελάδας», που έφτιαχνε και σανδάλια για τους τουρίστες, όπως και οι άλλοι συνάδελφοι του. Μέχρι τελευταία (2018) διατηρούσε το τσαγκαράδικο που το είχε μετατρέψει σε υποδηματοποιείο ο Μιχάλης Μπαφίτης, όπως το ίδιο είχε κάνει, λίγα μέτρα πιο πάνω κι ο Στυλιανός Μπαρμπαρής. Στο στενό του Αϊ Γιώργη στη «Φράγκα Σκάλα», ήταν ο ξακουστός «Παντοφλάς», ο Μιχάλης Μαύρης, που έφτιαχνε και παντόφλες. Κάποια χρόνια πριν, στην συνοικία της «Αγίας Τριάδας», ήταν ο Νίκος Καλακώνας, με το ψευδώνυμο «Κατσαμπρόκος», από το ομώνυμο εργαλείο του τσαγκάρη, ο Γιακουμής Κόντες, ο Νικολός Σιλιτζίρης και ο Σπύρος Μονδάνος, που πήγαινε και στα μοναστήρια για να εξυπηρετήσει τους καλογέρους. Την περίοδο της κατοχής ο Μανώλης Δενέγρης, διατηρούσε στο σπίτι του και το τσαγκαράδικο, απέναντι από την «Παλιά Αστυνομία». Τέλος ο μικρασιάτικης καταγωγής Τριαντάφυλλος Χατζηλαγός είχε το τσαγκαράδικο του κάτω από την «Παλιά Αστυνομία», δίπλα στην Παναγία Σεπτεμβριανή, αλλά έπεσε μαχόμενος στο αλβανικό μέτωπο στο έπος του ’40.

Τσαγκαράδικα και τσαγκάρηδες υπήρχαν και σε όλα τα χωριά της Πάρου. Στην Αγκαιριά, ο Χριστόδουλος Κυδωνιεύς, στη Μάρπησσα, ο «Στελλάκιας», Στέλιος Τσαντουλής, ο «Μεγίας» Μιχάλης Μελανίτης, στον Πρόδρομο, ο Αντώνης Μαρμαρινός, στις Λεύκες, ο Νικόλαος Αρκάς, ο Γιάννης Κονταράτος, απέναντι από τον Άγιο Σπυρίδωνα, ο «Κουφογιακουμής», Ιάκωβος Γεμελιάρης, κοντά στην εκκλησία του Χριστού, ο Νικόλαος Καντιώτης, ο Γιάννης Χανιώτης. Στη Νάουσα, ο Βαγγέλης Φράγκος, ο Χρήστος Χατζημιχάλης «Μπουντρουμιανός», ο Αντωνάκης Χανιώτης, ο Μιχάλης Κάπαρης, «Γαλιός», ο Νίκος Μαρινάκης, «Σήφης», ο Κώστας Μπαφίτης, «Καρφής», ο Αντώνης Χανιώτης, Παναγιώτης Βιτσαδάκης, ο Χρυσόστομος Σκιαδάς, ο Δημητράκης Αλιφιέρης, ο Κωνσταντίνος Αλιφιέρης, πριν χειροτονηθεί παπάς.

Πηγές: Αρχείο Χριστόδουλου Μαούνη, με τη συνδρομή των Σπύρου Ναυπλιώτη, Ιωάννη Βασιλειόπουλου, Χρίστου Γεωργούση, Μαρίας Τριβυζά, Αποστόλη Παντελαίου, Γεώργιου Καπαρού, Πέτρου Αυλήτη, Μαρούλη Αντιπαριώτη.

Χριστόδουλος Α. Μαούνης

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.