«Ρηνάκι – Ρηνάκι» | Του Δ.Μ.Μ.

Απόψεις

Όλοι οι ηλικιωμένοι Ικαριώτες έχουν να σου πουν μία ιστορία για την περίοδο που το νησί τους ήταν τόπος εξορίας.

Λόγω του ότι η συγχωρεμένη η μάνα μου γεννήθηκε εκεί, όπου όλο της το σόι ζει ακόμα και σήμερα στη Νικαριά, έχω ακούσει δεκάδες ιστορίες με τους εξόριστους. Για έναν περίεργο λόγο οι κυβερνήσεις του κέντρου και της δεξιάς έστειλαν εξορία εκεί τους πιο μορφωμένους αριστερούς. Έτσι, οι φιλήσυχοι κάτοικοι του νησιού είδαν για πρώτη τους φορά γιατρούς, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, διανοούμενους κλπ. Η μάνα μου το τι παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας είχε δει σ’ ένα αλώνι κοντά στο σπίτι της δε λέγεται. Και με ηθοποιούς του βεληνεκούς ενός Κατράκη κλπ. Άσε πια που έως και οι παπάδες της Ικαρίας έπιναν νερό στο όνομα των εξόριστων. Βλέπετε οι εξόριστοι ζωγράφοι έσπευσαν να αγιογραφήσουν τις εκκλησίες και οι πολιτικοί μηχανικοί να τις αναστηλώσουν! «Τι κακοί άνθρωποι και αντίχριστοι. Ο Θεός τους έστειλε!» έλεγαν. Και να τα πεσκέσια και να τα κεράσματα.

Η μάνα μου λοιπόν είχε ένα κόλλημα με τον Μίκη Θεοδωράκη. «Ένας παλλήκαρος μέχρι εκεί πάνω» έλεγε. Σε σημείο τέτοιο δε, που αναρωτιόμαστε όλοι μας αν είχε συμβεί και τίποτα άλλο… με τον «παλλήκαρο μέχρι εκεί πάνω!». Έτσι λοιπόν στο τραπέζι του φαγητού είχαμε ομηρικές μάχες, αφού ο πατέρας ήταν φανατικός «Καραμανλικός» και δε δεχόταν τίποτα άλλο. Ήταν τέτοια η πίστη του για τον Καραμανλή, που επειδή βρέθηκε κάποτε σ’ ένα τραπέζωμα μαζί του τη δεκαετία του ’50, παρατήρησε ότι μαζί με το φαγητό ο Καραμανλής ήπιε ένα ουίσκι. Έτσι, ο κυρ-Μιχάλης έπινε ένα ουίσκι στο φαγητό!

Για να «αντιμετωπίσει» τη μητέρα μου στις συζητήσεις για τον Θεοδωράκη, άρχισε να αμφισβητεί τις ιστορίες. Μέχρι που και τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας αρχίσαμε να πιστεύουμε το ίδιο! Δηλαδή, ότι όλες οι ιστορίες ήταν μυθοπλασία. Έλα όμως που…

Μία μέρα το 1993 είχα πάει με τη μητέρα μου να ψωνίσουμε πέριξ της πλ. Αμερικής που μέναμε. Κάπου στη γωνία της Αγ. Μελετίου, βλέπουμε τον Θεοδωράκη μαζί με μία κουστωδία που τον ακολουθούσε. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον είδα και εγώ. Αίφνης, ο Μίκης, μέσα στον κόσμο, αρχίζει να φωνάζει: «Ρηνάκι, Ρηνάκι!» και τρέχοντας παίρνει στην αγκαλιά του τη κυρά-Ρήνη, και τη σηκώνει ψηλά. Να τα φιλιά, να τα κανακέματα, να τα δάκρυα. Έμεινα «άγαλμα». Η μάνα μου τελικά έλεγε αλήθεια, για τα χρόνια στην Ικαρία και τον Μίκη. 

Το μεσημέρι στο τραπέζι έπεσε μουγκαμάρα από τον πατέρα μου, που τελικά έγινε «κηδεία», όταν η μάνα μου του είπε: «Πάντως δε θυμάμαι ποτέ να σε πήρε τηλέφωνο ο Καραμανλής και να σου είπε τι ουίσκι να πίνεις!».

Δ.Μ.Μ.

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.