Η φέρουσα ικανότητα στον τουρισμό της Πάρου

Οικονομία

Η «Φωνή της Πάρου» θα παρουσιάσει (σε συνέχειες), την έρευνα που έγινε για λογαριασμό του δήμου Πάρου, σχετικά με τη φέρουσα ικανότητα στον τουρισμό από το νησί μας.

Η έρευνα φέρουσας ικανότητας για την Πάρο πραγματοποιήθηκε, για λογαριασμό του δήμου Πάρου με σκοπό, τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη του νησιού. Η έρευνα διεξήχθη από τον Ιούλιο ως το Σεπτέμβριο του 2019 με επισκέψεις σε φορείς και διανομή ερευνητικών επιστολών. Ο σχεδιασμός, βασίστηκε στη συστημική προσέγγιση για τον προορισμό, η οποία βασίζεται στην καταγραφή ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών.

Οι δείκτες που επιλέχτηκαν είναι βασισμένοι σε διεθνή βιβλιογραφία. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά προέκυψαν, από συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν σε φορείς που σχετίζονται με τον τουρισμό και υπεδείχθησαν, από τη δημοτική Αρχή και από τον Δρ. Δημήτρη Προκοπίου, μέσω της εμπειρίας του. Τα ποσοτικά χαρακτηριστικά συγκεντρωθήκαν και από τους αρμόδιους φορείς.

Η στατιστική μελέτη είναι περιγραφική. Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι, οι Δείκτες Φέρουσας Ικανότητας. Εκπονώντας τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, με την κατάλληλη μελέτη και επεξεργασία οι Δείκτες Φέρουσας Ικανότητας διαμορφώνουν τις αναπτυξιακές μου προτάσεις.

Βιώσιμη ανάπτυξη

Η διάσκεψη ψήφισε την Agenda 21 για την Αειφόρο ή Βιώσιμη Ανάπτυξη (sustainable development), η οποία αποτελεί τη νέα φιλοσοφία για την παγκόσμια ανάπτυξη. Η οικονομική άνοδος δε θα πρέπει, να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Η Agenda 21 περιέχει τέσσερα μέρη τα οποία την περιγράφουν, αντίστοιχα:

1) Την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη

2) Τη διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πόρων για την ανάπτυξη

3) Τον ρόλο των διαφόρων φορέων στην βιώσιμη ανάπτυξη και

4) Τους τρόπους εφαρμογής της βιώσιμης ανάπτυξης.

Το περιβάλλον, φυσικό, πολιτιστικό δομημένο, όπως τονίστηκε αποτελεί, ουσιαστικό στοιχείο του τουρισμού, αφού συνδέεται άμεσα με τη διαμόρφωση των ποιοτικών προδιαγραφών και επομένως με την ανταγωνιστικότητα του. Με την έννοια αυτή, η σχέση τουρισμού και περιβάλλοντός πρέπει, να βρίσκεται σε ισορροπία ώστε και η τουριστική ανάπτυξη να προχωρά και το περιβάλλον να διατηρείται και να προστατεύεται, όχι μόνο για τις ανάγκες του παρόντος αλλά και του μέλλοντος.

Η χάραξη πολιτικής είναι μια δύσκολη απόφαση που ο κάθε αιρετός πρέπει, να εξετάσει πολλά δεδομένα και καταστάσεις για να αποφασίσει για τον τουρισμό. Και η πρόοδος σε ένα τόπο, εξασφαλίζει τη μακροημέρευση των αιρετών. Στην πολιτική υπάρχει και η υπάρχουσα φήμη αλλά και η υστεροφημία.

Στους ελληνικούς προορισμούς που ζουν από τον τουρισμό, έχουν όλοι γνώμη και όπως συνήθως, όλοι γνωρίζουν τα πάντα. Μόνο αν μιλάμε βάσει στοιχείων, μελετών περιπτώσεων, χαρακτηριστικών ζήτησης και προσφοράς μπορούμε να ασκήσουμε πολιτική. Επίσης, πρωταρχικά, οι μόνιμοι κάτοικοι σε ένα τόπο έχουν την πρώτη γνώμη. Δεδομένου ότι, ο τουρισμός έχει μετατρέψει την καθημερινότητα τους σε μεγάλο βαθμό. Η τουριστική πολιτική είναι, οι επιλογές του κράτους αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης για την τουριστική δραστηριότητα.

Ο τουρισμός δεν είναι βιομηχανία ή βαριά βιομηχανία. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται σε λάθος προσέγγιση. Ο τουρισμός είναι, ο συνδυασμός των παραγωγικών συντελεστών, για τον λόγο αυτό θεωρείται, από τους μεγαλύτερους κλάδους της Ελληνικής Οικονομίας.

Φέρουσα Ικανότητα στον τουρισμό

Η Φέρουσα Ικανότητα στον Τουρισμό αποτελεί, χρήσιμο εργαλείο για τη χάραξη αναπτυξιακής πολιτικής, για την προστασία του περιβάλλοντος και για τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιολόγηση των προορισμών και τη διατήρηση της τουριστικής ζήτησης για τον προορισμό. Το ζήτημα της φέρουσας ικανότητας στον τουρισμό, απασχολεί πολλούς επιστήμονες στη διεθνή βιβλιογραφία.

Φέρουσα Ικανότητα είναι, ο αριθμός των ειδών ή η μονάδα ενός είδους που μπορούν να συντηρηθούν επ’ άπειρον από ένα οικοσύστημα χωρίς την υποβάθμιση του. Υπό τη συστημική της έννοια, η φέρουσα ικανότητα ορισμένου συστήματος ή υποσυστήματος είναι αυτή διατηρεί την ισορροπία του μείζονος συστήματος. Είναι, η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των υποσυστημάτων όσο και των ανθρωπογενών συστημάτων.

Την Αρχή της Φερούσης Ικανότητος που θέσπισε ρητώς η Διακήρυξης της Στοκχόλμης και δέχονται εμμέσως και οι κείμενες διατάξεις που αναφέρονται αορίστως στη βιολογική ισορροπία που αναγνώρισε το Πέμπτο Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως εφαρμοστέα κατά την ίδρυση οικισμών, ραγδαίως εξαπλωμένων εις βάρος της υπαίθρου εξ αιτίας της αχαλίνωτης κερδοσκοπίας της γης και απουσίας χωροταξικών σχεδίων. Το δικαστήριο διέγνωσε ορθώς ότι η αλόγιστη οικιστική ανάπτυξη αποτελεί την κυριότερη απειλή του περιβάλλοντος.

 

tour1

Με το ευρύτερο λοιπόν περιεχόμενο της η Αρχή της Φερούσης Ικανότητος λέγει ότι, η κατασκευή και διαχείριση των ανθρωπογενών συστημάτων, δεν πρέπει να παραβιάζει την φέρουσα ικανότητα αυτών των ιδίων και των οικοσυστημάτων- χερσαίων –υδάτινων- θαλασσίων που επηρεάζονται από αυτά, διότι όλα τα ανθρωπογενή συστήματα κατασκευάζονται μεν και εξελίσσονται αναλώμασι των οικοσυστημάτων αλλά συναποτελούν με αυτά μείζονα ενιαία συστήματα ενός του μεγασυστήματος της γαίας.

Με την εκτίμηση Φέρουσας Ικανότητας στον τουρισμό μπορούμε να αξιολογήσουμε την υπάρχουσα κατάσταση του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη τουριστική και μη. Ολοκληρωμένες περιβαλλοντικές υποδομές όπως τα περιβαλλοντικά πάρκα σχετίζονται με τη φέρουσα ικανότητα. Η φέρουσα ικανότητα έχει ιστορία στα θέματα περιβαλλοντικών πόρων αλλά και τουριστικών περιοχών θέλγητρων.

Οι περιορισμένοι φυσικοί πόροι και οι περιορισμοί της φέρουσας ικανότητας οδηγούν κυβερνήσεις και οργανισμούς να λειτουργούν δίκτυα εμπλεκομένων φορέων με σκοπό τη συνεργασία για την διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος.

Πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι αποτέλεσμα της σχέσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης και του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε, επί αιώνες, το φυσικό περιβάλλον σαν ένα ελεύθερο και ανεξάντλητο αγαθό. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, που συνδυάστηκε με την συνεχή αύξηση του πληθυσμού των πόλεων, η επιβάρυνση τού περιβάλλοντος παρουσίασε δραματική επιδείνωση. Τα αποτελέσματα ήταν πολύ σοβαρά για την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων. Η υποβάθμιση του αστικού, φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος εντάθηκε δραματικά στη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Ωστόσο, η συνειδητοποίηση της διάστασης των προβλημάτων που προκαλεί η ανθρώπινη δραστηριότητα στον πλανήτη και η ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη, άρχισε να απασχολεί σοβαρά την παγκόσμια κοινότητα μόλις περί το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, με τη Διακήρυξη της Στοκχόλμης το 1972 (United Nations, 1972). Η διαπίστωση της έκτασης του προβλήματος φαίνεται καθαρά στον λόγο της πρωθυπουργού της Ινδίας Indira Gandhi στην εν λόγω διάσκεψη:

Η μόλυνση του περιβάλλοντος δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Το λάθος δε βρίσκεται στην επιστήμη ή στην τεχνολογία αλλά στις αξίες του σύγχρονου κόσμου που αγνοεί τις ανάγκες των άλλων και αδιαφορεί για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές (Gandhi, 1972).

Από τη διαπίστωση ωστόσο των προβλημάτων μέχρι τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπισή τους, ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς, όπως δείχνουν οι πρόσφατες παλινωδίες της Αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας σχετικά με την τήρηση των δεσμεύσεων της συμφωνίας των Παρισίων του 2016 για το κλίμα. Παρόλα αυτά τις τελευταίες δεκαετίες η άποψη ότι πρέπει να υπάρξει μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και το περιβάλλον είναι πια κυρίαρχη στην παγκόσμια κοινότητα, και εκφράστηκε και συνεχίζει να εκφράζεται μέσα από την προώθηση πολιτικών που προωθούν τη λεγόμενη αειφόρο ανάπτυξη (sustainable growth). Η έννοια της φέρουσας ικανότητας είναι συστατικό στοιχείο αυτής της αντίληψης και, για το λόγο αυτό, η σωστή επιστημονική της αξιολόγηση, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία μιας περιβαλλοντικής πολιτικής.

H Έννοια της Φέρουσας Ικανότητας

Η έννοια της φέρουσας ικανότητας υπήρχε εδώ και εκατοντάδες χρόνια, με αρχική εφαρμογή στη μηχανική και σχετιζόταν με την ικανότητά των κατασκευών (π.χ. κτήρια, γέφυρες) να αντέξουν ένα συγκεκριμένο φορτίο.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα η συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα επεκτάθηκε και στο περιβάλλον. Σε πρώτη φάση η έννοια της φέρουσας ικανότητας χρησιμοποιήθηκε στον κλάδο της βιολογίας για να αποσαφηνίσει την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον περιβάλλοντα χώρο και τους ζωντανούς οργανισμούς. Η έννοια της φέρουσας ικανότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, για παράδειγμα, αφορούσε κυρίως στην προσπάθεια να καθοριστεί ο μέγιστος αριθμός των ζώων που μπορεί να αντέξει ένα οικοσύστημα. Αφορούσε την ικανότητα αφομοίωσης και επανάκαμψης του περιβάλλοντος και την διατήρηση της βιοποικιλότητας. Στον τουρισμό η φέρουσα ικανότητα συσχετίζεται με τη δυνατότητα ενός προορισμού να δεχθεί επισκέπτες. Στον χώρο της αναψυχής, η έννοια της φέρουσας ικανότητας έχει μελετηθεί πάρα πολύ. Την δεκαετία του 1930 χιλιάδες άτομα στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να συρρέουν στα προστατευόμενα πάρκα. Τότε διαπιστώθηκε ότι ο ανεξέλεγκτος αριθμός επισκεπτών δημιούργησε μια σειρά περιβαλλοντικά προβλήματα στους προορισμούς. Οι πρώτες αναφορές στην έννοια είχαν γίνει από τον βιολόγο, Lowell Sumner, το 1936, ο οποίος, μελετώντας τα εθνικά πάρκα των ΗΠΑ, διαπίστωσε ότι τα πάρκα δεν μπορούν να υποδεχτούν απεριόριστο αριθμό επισκεπτών και ότι η χρήση των φυσικών οικοσυστημάτων πρέπει να διατηρείται μέσα σε ορισμένα όρια που τα επιτρέπει η φέρουσα ικανότητα των συστημάτων αυτών (Sumner, 1983).

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 η προσοχή των ερευνητών επικεντρώθηκε στους κοινωνικούς παράγοντες της φέρουσας ικανότητας. Έγινε γενικά αποδεκτό πως τα αυξανόμενα επίπεδα χρήσης άλλαζαν την φύση της εμπειρίας αναψυχής, που παρείχε μια συγκεκριμένη περιοχή, σε τέτοιο βαθμό που να διαφέρει εντελώς από αυτήν που αρχικά προσέλκυσε τους επισκέπτες. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 οι έρευνες για τη φέρουσα ικανότητα αναφέρονταν στην σχέση ανάμεσα στα επίπεδα χρήσης και την ικανοποίηση των επισκεπτών, μελετώντας παράλληλα τις οικολογικές και κοινωνικές παραμέτρους της.

Από αυτή την άποψη πιο λειτουργική μοιάζει να είναι η προσέγγιση του Chamberlain (1997), που ορίζει τη φέρουσα ικανότητα στον τουρισμό ως «το επίπεδο της ανθρώπινης δραστηριότητας που μια περιοχή μπορεί να φιλοξενήσει, χωρίς να αλλοιωθεί η μορφή της περιοχής, να επηρεαστούν αρνητικά οι κάτοικοι ή να μειωθεί η ποιότητα της εμπειρίας των επισκεπτών». Επίσης και οι Middleton & Hawkins (1998) ορίζουν, ως φέρουσα ικανότητα «τον βαθμό ανοχής μιας περιοχής ή ενός κτηρίου απέναντι στην τουριστική δραστηριότητα και το όριο πέρα από το οποίο μια περιοχή μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από τον τουρισμό» Coccosis & Mexa (2004). Στον τουρισμό, με απλά λόγια, η φέρουσα ικανότητα είναι ο μέγιστος δυνατός αριθμός ατόμων που μπορεί να φιλοξενήσει ταυτοχρόνως ένας τουριστικός προορισμός, χωρίς να προκαλείται καταστροφή του φυσικού, οικονομικού, κοινωνικού περιβάλλοντος, και χωρίς μια, μη αποδεκτή, μείωση στην ποιότητα της ικανοποίησης των επισκεπτών (United Nations Environmental Programme, 1997).

Τα κοινωνικά θέματα, οι τεχνικές μάνατζμεντ, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες και οι προσδοκίες των τουριστών (παράγοντες που αλλάζουν στον χρόνο) επηρεάζουν την μέτρηση της φέρουσας ικανότητας. Για τον λόγο αυτό οι Wearing & Neil (1999), θεωρούν ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο η μέτρηση της φέρουσας ικανότητας να καταλήξει σε ένα κοινά αποδεκτό δείκτη, σε ένα αριθμό δηλαδή, που να μπορεί να συγκεράσει και να εκφράσει όλες αυτές τις σύνθετες παραμέτρους.

Σύμφωνα με τους Wearing & Neil (1999), η τουριστική φέρουσα ικανότητα μιας περιοχής εξαρτάται από την φέρουσα ικανότητα τριών επιμέρους κατηγοριών:

Βιοφυσική (οικολογική) φέρουσα ικανότητα (που αφορά στο φυσικό περιβάλλον).

Κοινωνικό – πολιτιστική φέρουσα ικανότητα (που αφορά στις επιπτώσεις πάνω στον πληθυσμό της περιοχής υποδοχής).

Φέρουσα ικανότητα των υποδομών (που αφορά στην εμπειρία των τουριστών).

Έξι τύποι φέρουσας ικανότητας που σχετίζονται με τον τουρισμό

Η ανάλυση της φέρουσας ικανότητας στον τουρισμό σε επιμέρους-κατηγορίες γίνεται ακόμα πιο διεξοδική από τον Swarbrooke (1999) που παραθέτει έξι τύπους φέρουσας ικανότητας που σχετίζονται με τον τουρισμό:

- Φυσική φέρουσα ικανότητα.

- Περιβαλλοντική φέρουσα ικανότητα.

- Οικονομική φέρουσα ικανότητα.

- Κοινωνικό-πολιτισμική φέρουσα ικανότητα.

- Φέρουσα ικανότητα υποδομών.

- Αντιληπτική φέρουσα ικανότητα (αναφέρεται στην ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας).

Η βέλτιστη φέρουσα ικανότητα (ή βέλτιστη χρησιμοποίηση των τουριστικών περιοχών) πρέπει να εξακριβωθεί προκειμένου ο τουρισμός να είναι βιώσιμος και τα κέρδη να είναι τα μέγιστα σε μακροχρόνια περίοδο. Η αύξηση των κερδών μπορεί μεν να συναρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση του αριθμού των τουριστών, ωστόσο, εάν ο τουρισμός σε μια περιοχή ξεπεράσει την φέρουσα ικανότητά της, μπορεί να έχει αρνητικές οικολογικές, αισθητικές και κοινωνικές επιπτώσεις, με αποτέλεσμα η ελκυστικότητα της τουριστικής περιοχής να μειωθεί. Είναι με δυο λόγια δυνατόν ο τουρισμός να καταστρέψει τον τουρισμό. Η γνώση της φέρουσας ικανότητας μιας περιοχής υποδοχής επιτρέπει, μέσα από ένα σωστό ανθρώπινο μάνατζμεντ, να μετριάσει τις αρνητικές επιπτώσεις του τουρισμού, μοιράζοντας τον τουρισμό στον χρόνο και στον χώρο ή συγκεντρώνοντάς τον σε περιοχές με μεγάλη φέρουσα ικανότητα.

Μέτρηση Φέρουσας Ικανότητας

Εν προκειμένω, η μέτρηση της φέρουσας ικανότητας μιας τουριστικής περιοχής θα πρέπει να λάβει υπόψη μια σειρά από παράγοντες:

Ι. Φυσικοί παράγοντες: Υπερβολική κατανάλωση πρώτων υλών.

Οικολογικοί-Περιβαλλοντικοί παράγοντες: Υποβάθμιση φυσικών πηγών (περιβαλλοντικό κόστος) π.χ. διάβρωση, ή αλλαγές στην ποιότητα του νερού.

III. Αισθητικοί / Αντιληπτικοί / Ψυχολογικοί παράγοντες: Υποβάθμιση της εμπειρίας αναψυχής των επισκεπτών λόγω συνωστισμού ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος

Κοινωνικοί παράγοντες: Εχθρική αντιμετώπιση από την τοπική κοινότητα

Η φέρουσα ικανότητα μπορεί να αναλυθεί περαιτέρω ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη και επεξεργασία στρατηγικών οδηγιών και δράσεων (United Nations Environment Programme [UNEP], 2007):

- Επιθεώρηση και επεξεργασία των χρήσεων γης και των παράκτιων περιοχών τουριστικής ανάπτυξης και ανάπτυξης υποδομών.

- Εισαγωγή χρήσιμων στρατηγικών σχεδιασμού σχετικών με τον τουρισμό.

- Ανάπτυξη οδηγιών για τη μεθοδολογία εκτίμησης της φέρουσας ικανότητας στον τουρισμό.

Συμπέρασμα

Η φέρουσα ικανότητα στον τουρισμό αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για τη χάραξη αναπτυξιακής πολιτικής, που θα συνδυάζει την προστασία του περιβάλλοντος με την βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Είναι χρήσιμη τόσο για την αξιολόγηση του κάθε προορισμού όσο και για τη διατήρηση της τουριστικής ζήτησης για τον συγκεκριμένο προορισμό.

Ο ερευνητής

17 9 21

Ο επικεφαλής της έρευνας, Δρ. Δημήτρης Προκοπίου, είναι οικονομολόγος με εξειδίκευση στον τουρισμό και διδακτορικό στη Διαχείριση Παράκτιου Περιβάλλοντος και τουρισμός με εφαρμογή στην Φέρουσα Ικανότητα στον τουρισμό.

Διατέλεσε δυο χρόνια υποδιευθυντής στον οργανισμό Τουρισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σάμου, ένα χρόνο ως σύμβουλος τουρισμού και τουριστικής προβολής στον δήμο Ικαρίας, και ένα χρόνο στον δήμο Πόρου Τριμηνίας. Διδάσκει τουρισμό σε δημόσια ΙΕΚ του υπουργείου Παιδείας και Τουρισμού, και σε ιδιωτικά. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Wessex Institute of Technology, του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η Φωνή της Πάρου χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. 
Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.